ΤΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ

«Ιστορία και έμπνευση»

Κάθε γωνιά της Σαλονίκης, κρύβει μια ιστορία, ένα θέμα ενδιαφέρον,που μπορεί να είναι και πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς, Είναι γνωστό ότι στους αιώνες, έχουν περάσει  διάφορες εθνότητες, κάθε μια με τον δικό της πολιτισμό, αφήνοντας τα δικά της ίχνη στην κουλτούρα της πόλης.

Τα «Λαδάδικα», ένα κομμάτι της αγοράς, παρουσιάζουν κάτι εντελώς ιδιαίτερο. Βρίσκονται στο κέντρο της πόλης, μια γειτονιά με το λιμάνι. Εκεί το εμπόριο τροφίμων, κυριαρχούσε για πολλές δεκαετίες από τον 19ο αιώνα. Έφθαναν έμποροι από παντού. Από τη Μαύρη θάλασσα, τη Μέση ανατολή, την Αίγυπτο, το Αλγέρι, την Ευρώπη, τα Βαλκάνια κλπ.

Το χονδρεμπόριο λαδιού, σιτηρών και πάσης φύσεως εδώδιμων αποικιακών καλά κρατούσε. Τα «Λαδάδικα»με τα κεπέγκια ανοιχτά από το πρωί μέχρι το βράδι με τα αλισβερίσια, τα παζάρια τις συμφωνίες, τα κέρδη, τις χασούρες, με την ταγκίλα του λαδιού στα σοκάκια,τις μπερδεμένες μυρωδιές των μπαχαρικών και τους τελάληδες που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, θύμιζαν ότι εδώ τελειώνει ή αρχίζει η Ανατολή.

Η καρδιά της αγοράς χτυπούσε σε δυνατούς ρυθμούς. Η ίδια καρδιά όμως έδειξε ότι της έλειπε κάτι. Και το απόκτησε όταν σιγά σιγά, στους ορόφους πάνω από τα μαγαζιά, εγκαταστάθηκαν γυναίκες που ξεκίνησαν ένα άλλου είδους εμπόριο με μιαν άλλου είδους πραμάτεια. Μια πραμάτεια που ξεκούραζε τους ταξιδιώτες εμπόρους αλλά και του ντόπιους. Το ερωτικό αλισβερίσι, συνέβαλε πολύ στο να φτάσει η φήμη των «Λαδάδικων» μέχρι τις μέρες μας. Οι ξύλινες σκάλες δίπλα στα μαγαζιά οδηγούσαν τους πελάτες των «κοριτσιών» στην «αίθουσα αναμονής» οπου με την κυρά της υποδοχής, ξεκινούσε το νταραβέρι για την τιμή. Το τοπίο στη συνοικία λίγο λίγο άλλαζε. Το κόκκινο φως στις εξώπορτες, δίπλα στο αυστηρό κίτρινο φως των μαγαζιών, λες και ελάφρυνε τις συνήθως υγρές και βαριές νύχτες στα καλντερίμια. Έτσι το χρήμα κυκλοφορούσε πιο άνετα και σ’αυτό βοηθούσε η γυναικεία αγκαλιά και ερωτική γνώση.

 

Μ’ όλα αυτά που συνέβαιναν λοιπόν φαίνεται πως όλοι μέναν ευχαριστημένοι από το καινούριο θέμα των «κοριτσιών».
Οι ταξιδιώτες έμποροι, γιατί φεύγαν ικανοποιημένοι ξέροντας ότι θα ξαναγυρίσουν.
Οι γηγενείς μαγαζάτορες γιατί βρίσκαν τον έρωτα δίπλα τους.
Τέλος οι γυναίκες, γιατί σε δύσκολους καιρούς είχαν μια δουλειά για να ζήσουν κι ας ήξεραν ότι είχαν φάει απόρριψη απ’όλες τις γυναίκες της πόλης.
 

Αυτά ίσως σκέφτηκαν οι έρωτες θεοί της Σαλονίκης και σώσανε τα «Λαδαδικα» από την τρομακτική πυρκαγιά του 1917 που κατέστρεψε ένα τεράστιο τμήμα της πόλης και όλη την παραλιακή ζώνη!
Το έτσι κι αλλιώς εμπόριο συνεχίστηκε μέχρι τους σύγχρονους καιρούς. Τώρα βέβαια η συνοικία ανακαινίστηκε. 
Αν όμως μέσα στα σημερινά μπαρ, τα ρεστωράν, τις ωραίες ταβέρνες, τα μοντέρνα ξενοδοχεία, δεν καταφέρνεις να βρεις μαγαζί με λάδια ή εδώδιμα αποικιακά, σ’ένα απόμερο αδιέξοδο, κάποιο κόκκινο φωτάκι, μπορει ακόμα ν΄ανάβει…

 

ΛΑΔΑΔΙΚΑ

Σε συζητάν δίχως γιατί και όχι άδικα

όπως κοιμάσαι στα στενά παλιά Λαδάδικα.

Έγινες φήμη και γι αυτό δε φυλακίζεσαι

ζεις στο σκοτάδι παστρικά  μα δεν ορκίζεσαι.

Λάμπεις στα κόκκινα σατέν που σε τυλίγουνε

άσπροι και σέρτικοι καπνοί σε καταπίνουνε.

Σε καλντερίμια ξενυχτάς υγρά λιθόστρωτα

στου πληρωμένου Παραδείσου την αυλόπορτα.

Τόσα δίνω πόσα θες

στα Λαδάδικα πουλάν αυτό που θες.

Κάθε κάμαρα κελί

με βαριά παληκαρίσια αναπνοή.

Τόσα παίρνω κι ό,τι θες

στη τιμή περιλαμβάνεται ο καφές.

Μύριες χαμένες μοναξιές με σένα σμίγανε 

φεύγαν καράβια μα πριν φύγουν σου σφυρίζανε.

Πόσα παιδιά ήρθαν να βρουν το αντρηλίκι τους

και σου ακουμπίσανε δειλά το χαρτζηλίκι τους.

Φ.Γ.

γράφει: ο Φίλιππος Γράψας, Στιχουργός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*