Игорь Фёдорович Стравинский (1882-1971) «αν ο Ίγκορ Φιοντόροβιτς Στραβίνσκι ζούσε σήμερα…»

Στις 6 Απριλίου, ακριβώς πριν από 40 χρόνια, ο Ίγκορ Φιοντόροβιτς Στραβίνσκι μας άφηνε σε μια περιπλάνηση ήχων και ρυθμών που καμία σχέση δεν είχαν με τις δικές του αναζητήσεις.
Αντίθετα όταν ξεκινούσε τον δρόμο του, ο «ρομαντισμός» στο φινάλε του παρέδιδε στον εικοστό αιώνα το όραμα των μουσικών του «εφευρέσεων», ενώ παράλληλα ξεκινούσε ένας ατέρμονος πειραματισμός που μέχρι σήμερα, δεν έχει ακόμη ωριμάσει.
Ο Ίγκορ Στραβίνσκι γεννήθηκε το 1882 στο Οράνιενμπαουμ, κοντά στην Αγία Πετρούπολη. Ήταν ο τρίτος από τους τέσσερις γιους των Άννα Κολοντόφσκι και Φιόντορ Ιγκνιάτιεβιτς Στραβίνσκι. Ο πατέρας του ήταν μπάσος της Αυτοκρατορικής Όπερας της Αγίας Πετρούπολης. Ο Ίγκορ στα δέκα του χρόνια ξεκίνησε μαθήματα πιάνου και η μουσική του μόρφωση ολοκληρώθηκε στο πλευρό του μεγάλου ρώσου συνθέτη Νικολάι Ρίμσκι Κόρσακοφ (1903-08). Με την επίβλεψή του, ο νεαρός συνθέτης, συνέθεσε τα πρώτα του ορχηστικά κομμάτια, μια συμφωνία και μια σουίτα. Το 1901 ξεκίνησε σπουδές νομικής στην Αγία Πετρούπολη ενώ το 1908 όταν ταχυδρόμησε στο δάσκαλό του την παρτιτούρα ενός καινούργιου ορχηστρικού κομματιού -τα «Πυροτεχνήματα»- το πακέτο επιστράφηκε στον αποστολέα συνοδευόμενο από ένα σημείωμα: «Δεν παραδόθηκε λόγω θανάτου του αποδέκτη». Η επίσημη εκπαίδευση του συνθέτη είχε λάβει τέλος.
Αυτά ήταν αρκετά για να εδραιώσουν την αυτοπεποίθηση του και να ξεκινήσει το ταξίδι της δικής του μουσικής περιπλάνησης. Ο δρόμος του ήταν μακρύς και η επιβεβαίωση διαχρονική, από τους ανθρώπους που τον άκουγαν, παρόλο που αμφισβητήθηκε έντονα στο Παρίσι, κάτι που δεν πτόησε τον ίδιο, στην επίμονη προσπάθειά του. Δε χρειάστηκε διδακτορικά διπλώματα ή μεταπτυχιακές σπουδές για να επιβεβαιωθεί κοινωνικά αλλά και μουσικά ως ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες του εικοστού αιώνα.
Όμως ανάμεσα στις πρώτες συνθέσεις του, γραμμένες κάτω από το βλέμμα του μοναδικού του δασκάλου, και τις συνθέσεις ενός ώριμου άνδρα, μεσολάβησαν περίπου εκατό δημιουργίες: συμφωνίες, μουσική δωματίου, όπερες και μπαλέτα. Η εμβριθής ενασχόλησή του, τον επηρέασε καταλυτικά. Αμέσως μετά το χαμό του δασκάλου, ο Ίγκορ στράφηκε προς τη μουσική ψυχοσύνθεση των γάλλων ιμπρεσιονιστών Ντεμπισί και Ραβέλ, ενώ παράλληλα διατήρησε την εθνικιστική του αντίληψη. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παρουσιάσει στην ανθρωπότητα τα: «Πυροτεχνήματα», «Ο Φαύνος και η Βοσκοπούλα» και το μπαλέτο «Πουλί της Φωτιάς».
Αυτό ήταν και το πρώτο του σημαντικό έργο, ένα μπαλέτο που γράφτηκε κατά παραγγελία του Ντιάγκιλεφ για τα ρωσικά μπαλέτα και παρουσιάστηκε το 1910 στο Παρίσι. Η πρωτοτυπία του έργου, ως προς τα νέα μουσικά του στοιχεία που έδιναν έμφαση στους ανόμοιους και στακάτους (κοφτούς) ήχους, τον έκανε διεθνώς γνωστό. Το 1911 γράφει το «Πετρούσκα» όπου, όπως και στο προηγούμενο μπαλέτο του, τα ρωσικά λαϊκά στοιχεία μετασχηματίζονται σε αμιγώς μοντέρνο έργο. Ωστόσο, η καθιέρωσή του ως έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες της εποχής του, θα έρθει με το τρίτο μπαλέτο του, την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» (1913) το οποίο, εξαιτίας και του περίφημου σκανδάλου που προκλήθηκε στην πρεμιέρα του, έγινε ένα από τα ορόσημα στην ιστορία της μουσικής.
Με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που θα αναστείλει τις δραστηριότητες των ρωσικών μπαλέτων, θα εγκατασταθεί στην Ελβετία και θα γράψει μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, με θέματα παρμένα από τη ρωσική λαϊκή παράδοση: «Το αηδόνι» (1914), «Η αλεπού» (1915), «Γάμοι» (1914-23) κ.ά. ενώ δε θα επιστρέψει στη Ρωσία, πριν το 1962. Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συνθέτει την «Ιστορία του Στρατιώτη» (1918) και το «Τανγκό». Έτσι στο διάστημα των δύο μεγάλων πολέμων, ο Στραβίνσκι καθιερώνεται ως σημαντικός συνθέτης, κυρίως στη Γαλλία και τις Η.Π.Α.
Για την επαναλειτουργία των ρωσικών μπαλέτων θα γράψει τον «Πουλτσινέλα» (1920), μια μεταγραφή σε προσωπικό ύφος ενός έργου του 18ου αιώνα που αποδίδεται στον Περγκολέζι. Με το έργο αυτό ξεκινάει η δεύτερη σημαντική περίοδος στη συνθετική πορεία του, η νεοκλασική. Την ίδια χρονιά εγκαθίσταται στη Γαλλία (θα αποκτήσει τη γαλλική υπηκοότητα το 1934).
Τα επόμενα είκοσι χρόνια στρέφεται σε φόρμες του παρελθόντος, χρησιμοποιώντας τες στο πλαίσιο των δικών του αισθητικών επιδιώξεων. Σημαντικότερα έργα της περιόδου είναι ο «Οιδίπους Τύραννος» (1927), ένα ογκώδες ορατόριο βασισμένο στο έργο του Σοφοκλή, σε μεταγραφή του Ζαν Κοκτό στα λατινικά. «Απόλλων Μουσηγέτης» (1928), έργο για έγχορδα σε στιλ Λουλί, το τελευταίο μπαλέτο που θα παρουσιάσει ο Ντιάγκιλεφ. «Το φιλί της νεράιδας» (1928), στη μνήμη του Τσαϊκόφσκι, ο αγαπημένος του συνθέτης, καθώς και η «Συμφωνία των Ψαλμών» (1930), ένα σχεδόν επικό έργο σε κείμενα των Ψαλμών, σηματοδοτώντας την επανασύνδεση του με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ταυτόχρονα τη δεκαετία του ‘30 συνθέτει ολοένα και περισσότερη οργανική μουσική: Κοντσέρτα και Συμφωνίες. Παράλληλα, ξεκινάει μια σημαντική και μακροχρόνια συνεργασία του στο χορό, με τον Ζορζ Μπαλανσίν. Θα γράψει τα μπαλέτα «Περσεφόνη» (1934), «Jeu de Cartes» (1937), «Ορφέας» (1946) και «Αγών» (1957).
Το 1938 ο Στραβίνσκι θα χτυπηθεί από το διαδοχικό θάνατο, της κόρης, της γυναίκας και της μητέρας του. Μπροστά στην απειλή του πολέμου, πικραμένος από τη Γαλλία και τον θάνατο των αγαπημένων του να βαραίνει, φεύγει για την Αμερική με τη μέλλουσα δεύτερη σύζυγό του Βέρα. Θα μείνει μέχρι το θάνατο του, παίρνοντας και την αμερικανική υπηκοότητα, το 1945.
Το 1940 εγκαθίσταται στο Χόλιγουντ, εκεί του γίνονται αρκετές προτάσεις να συνθέσει για τον κινηματογράφο, χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία. Στο τέλος της δεκαετίας του ‘40 αφιερώθηκε στο Rake’s Progress («Η καριέρα του ασώτου», 1951), την τελευταία του όπερα, σε ύφος των κωμωδιών του Μότσαρτ και λιμπρέτο του Όντεν.
Η τελευταία στροφή στην καριέρα του έγινε, όταν άρχισε να μελετά τη σειριακή μουσική και ειδικά τον Βέμπερν, συνθέτοντας μια σειρά έργα, κυρίως θρησκευτικής έμπνευσης: «Canticum Sacrum» (1955), «Threni» (1958), «Requiem Canticles» (1966) κ.ά.


…εφευρέτης μουσικής…
Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ρωτήθηκε από φρουρό των γαλλικών συνόρων τι επαγγελλόταν. «Είμαι εφευρέτης μουσικής» απάντησε. Η απάντηση ήταν χαρακτηριστική του ρώσου συνθέτη: πεζή, βέβαιη και διόλου ρομαντική. Αρνούνταν επίμονα πως η έμπνευση ενός συνθέτη προέρχεται από θεϊκή παρέμβαση, η έμπνευση προερχόταν από τις ανάγκες των επόμενων αναθέσεών του.
Με την ιδιόρρυθμη γοητεία του προξενούσε έκπληξη και περιέργεια στον περίγυρό του. Οι αντιθέσεις του προκαλούσαν δέος. Παρ’ όλη τη νευρικότητά του η ικανότητά του να ελκύει τους γύρω του ήταν χαρισματική. Είχε πολλούς φίλους αλλά και κόλακες. Οι βασικοί του φίλοι υπήρξαν, εκτός από τους συνθέτες Ντεμπισί και Ραβέλ, οι Πικάσο, Νιζίνσκι και Κοκτό. Μετακινήθηκε από τη Ρωσία όπου ζούσε ως το 1914 στην Ελβετία (1914-1920), στη Γαλλία (1920-1939) και στις Η.Π.Α. Σύμφωνα με τον ίδιο, σε κανένα σπίτι δεν μπορούσε να ησυχάσει τη νύχτα αν δεν έκαιγε φως έξω από την πόρτα. Έτσι τον έπαιρνε ο ύπνος στην Αγία Πετρούπολη, τα παιδικά του χρόνια.


Νεοκλασικισμός
Ο Στραβίνσκι σε μεγάλο βαθμό διαμόρφωσε ρεύματα και τάσεις και έδειξε νέους δρόμους με πολλά από τα έργα του. Θεωρείται ο «ιδρυτής» του νεοκλασικισμού, ο οποίος δέσποσε στην Ευρώπη για αρκετά χρόνια (μεσοπόλεμο). Η πρώτη το υ μεγάλη επιτυχία ήταν η πρώτη εκτέλεση της «Ιεροτελεστίας της Άνοιξης» όπου σε μερικά λεπτά αμφισβήτησε τη «ρυθμική» παράδοση της μουσικής μέχρι εκείνη την ημέρα! Πολλές φορές στην καριέρα του άλλαξε εντελώς δρόμο – στο τέλος της καριέρας του στράφηκε στον δωδεκαφθογγισμό – και υπέδειξε ένα νέο τρόπο μουσικής σύνθεσης, στηριζόμενος σε στυλ που προϋπήρχαν του έργου του. Η επίδρασή του στους νεώτερους μουσικούς είναι και θα παραμείνει τεράστια.


Ο τρόπος του
Αρχικά ήταν κοντά στον «ώριμο» μετα-ρομαντικό τρόπο – πιο εξελιγμένο και από τα τελευταία έργα του Ντεμπισί που ήταν πολύ πρωτότυπα στη σύλληψη – ενώ κυρίαρχο στοιχείο στα έργα του υπήρξε ο ρυθμός (ακολουθούμενος συχνά από το σήμα-κατατεθέν του νεοκλασικισμού: τη σαρκαστική διάθεση).
Αργότερα στράφηκε στην κλασική παράδοση – ξεκίνησε η τάση του νεοκλασικισμού – χωρίς όμως να είναι δύσκολο για κάποιον να καταλάβει, ακούγοντας τα έργα του, ότι πρόκειται ακόμα για μουσική του ίδιου συνθέτη: όλα τα στοιχεία του νεωτερισμού του και του «δυνατού» ρυθμού του ήταν ακόμα εκεί.
Στη συνέχεια υπήρξαν και άλλες μεταστροφές. Γενικά η έκταση του έργου του είναι απλά τεράστια: από την Αναγέννηση και το Μπαρόκ μέχρι το μοντέρνο «ragtime» (πρόγονος της τζαζ). Προσπαθούσε σε κάθε έργο να πει κάτι καινούργιο και πρωτότυπο, να μην επαναλάβει τον εαυτό του, όπως σε προηγούμενα έργα (κάτι εξαιρετικά δύσκολο στην πράξη). Ο τρόπος σύνθεσής του είναι καθαρός και η τέχνη του μπορεί να θεωρηθεί ότι «ανακεφαλαιώνει» όλα τα στιλ που προηγούνται, παραμένοντας βέβαια άρτια κατασκευασμένη και άψογα «ραφιναρισμένη». Να θυμόμαστε όλα τα παραπάνω όταν ακούμε μουσική του!
Ο Στραβίνσκι συνέχισε μέχρι το τέλος της ζωής του να διευθύνει το έργο του σε συναυλίες και να το ηχογραφεί. Δε χρειαζόταν δίπλωμα διεύθυνσης ορχήστρας ή σύνθεσης, άλλωστε δεν υπήρχε τέτοια κατεύθυνση σπουδών. Εξέδωσε βιβλία αισθητικής, συγγραφή απομνημονευμάτων αλλά ασχολήθηκε και με την εμπορευματοποίηση των προσωπικών του μουσικών αρχείων. Η ολοκληρωμένη, διορθωμένη, χειρόγραφη παρτιτούρα του «Η τελετουργία» (χιλιάδες σελίδες και αρχεία) τέθηκε προς πώληση με αρχική τιμή 3,5 εκ. δολάρια. Η αγορά της ως σήμερα δεν έχει κοινοποιηθεί.
Πέθανε στις 6 Απριλίου 1971, στη Νέα Υόρκη και τάφηκε, όπως ζήτησε, στη Βενετία, στη «ρώσικη γωνιά» στο νησάκι Σαν Μικέλε, δίπλα στον Ντιάγκιλεφ.


…αν ο Στραβίνσκκι ζούσε σήμερα…
…στην εποχή μας, που μοιάζει με τη δική του – το μεσοπόλεμο – θα έδινε το παράδειγμα της αδιάλειπτης δημιουργίας σε περίοδο μεγάλης οικονομικής, και όχι μόνο, κρίσης. Πόσο βασίστηκε στο ταλέντο του και την εργατικότητά του και πόσο λίγο, στις συνθήκες που τον περιέβαλαν, για να δημιουργήσει;
Πόσο οι μουσικές του εφευρέσεις δε μοιάζουν με τις σημερινές «έτοιμες» λύσεις που προσφέρουν τα «μουσικά» μηχανήματα;
Πόσο η βεβαιότητα και πίστη στις δημιουργίες του δε θα επηρεαζόταν από την κατακραυγή του κόσμου;
Πόσο ανεξάρτητος θα ήταν από την λαϊκίστικη μικροψυχία των διοικούντων;
Τέλος, πόσο θα επένδυε στο καλό του «ακαδημαϊκό πρόσωπο» και πολύ λιγότερο σ’ αυτή καθαυτή την δημιουργία του, επιδεικνύοντας τίτλους και όχι δημιουργήματα;
Αν η σημερινή κοινωνία, ώριμη πλέον, ήξερε να κρίνει την Τέχνη μας τότε πολλοί από «εμάς» θα έπρεπε να αλλάξουμε επάγγελμα.

γράφει ο Κωστής Παπάζογλου, Μουσικός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*