«Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζεί χωρίς να λέει ψέματα»

Αλμπέρ Καμύ

Αργά το βράδυ η ενοχή και το αδιέξοδο κυριαρχούσε στις παρυφές του μυαλού του, ενσωματώνοντας  παλιές πληγές στην συνειδητή παραίτηση της σκέψης ενός πολύ προσωπικού κύκλου ζωής.

Νοσταλγούσε την αθωότητα της εγκαταλελειμμένης  παιδικότητας μιας χαμένης παλινδρόμησης στις χρονικές αναπολήσεις του παρελθόντος.
Άλλα όνειρα, άλλη ζωή, άλλες φιλοδοξίες, άλλες επιθυμίες…
Πότε έζησε έτσι και πού;
Σε ποιο παράξενο χωροχρόνο είχε εγκλωβιστεί τότε και ποια παράταιρη συνέχεια βίωνε στο άκαμπτο παρόν.
Σηκώθηκε βαριεστημένα από το ξέστρωτο κρεβάτι και άναψε τσιγάρο στο σκοτάδι.
Μέσα από τα μισόκλειστα παντζούρια αντανακλούσε το φώς από το γραφικό σοκάκι. Μια επιλογή που βάραινε πάνω του παρά την ακατέργαστη ομορφιά του τοπίου. Ένα νησί καταφύγιο προκειμένου να υπάρξει διέξοδος μέσα του με αντίπαλο τον χρόνο.
Τα αντικείμενα δημιουργούσαν σκιές λησμονημένης οικειότητας. Κάπου σε ένα ασυνείδητο χάος ναυαγισμένης ανάμνησης, αναρωτήθηκε αν η αισθητική της επίπλωσης που ήταν καθόλα ξένη προς αυτόν, είχε υπάρξει σε μια άλλη εποχή ή ήταν η μοναξιά που δενόταν με  όλα για να επιβιώσει στο καλντερίμι του μυαλού. Ο κύκλος είχε καιρό που είχε κλείσει και οι διαδρομές αναπόφευκτα θα ήταν έξω από αυτόν. Οι εποχές της δημιουργίας και της αυτοπραγμάτωσης είχαν παραμείνει μέσα στην σφαίρα του απροσπέλαστου και τώρα έπρεπε να εστιάσει στον μόνο τρόπο που θα μπορούσε να διατηρήσει την δυναμική μιας σιωπηλής αλήθειας. Έπρεπε να εστιάσει στην φυγή…  Έπρεπε να νικηθεί ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό προκειμένου να ξαναυπάρξει. Έπρεπε να φύγει για να μπορέσει ίσως να ελπίσει στην επιστροφή. Έπρεπε να εξαπατήσει τυπικά τους φίλους του, κοροϊδεύοντας ουσιαστικά τον εαυτό του, καθώς και να παγιδευτεί στην παράδοξη συνέπεια που όφειλε να έχει απέναντι στα εφευρετικά ψεύδη που θαλασσόδερναν καθημερινά την ηθική του, όπως την ένοιωθε να αλλάζει.
Κάποτε θα τους εξηγούσε. Ήθελε να το κάνει. Δεν ήταν δειλός. Ποτέ δεν ήταν. Σκεφτόταν ότι δεν ήταν ποτέ και «απατεώνας». Χαμογέλασε θλιμμένα στον χαρακτηρισμό του απατεώνα… Ίσως τώρα να ήταν. Ή αναγκάστηκε να υποδυθεί τον ρόλο του απατεώνα σε ένα μεταβατικό στάδιο ανελέητης προσμονής και ταλαιπωρίας.
Οι λέξεις είναι μαχαίρια όταν πρέπει να αντιμετωπίσεις την σημειολογία τους.
Η στάχτη έπεσε στο πάτωμα ως μια άλλη μηχανική παραίτηση της κυρίαρχης αισθητικής των συμβολισμών. Στάχτες… Το γκρίζο χρώμα τους αναδύεται διαρκώς σαν ονειροπαγίδα σε τούτο το απόμακρο καταφύγιο, που επιλέχτηκε για να θεραπεύσει τις αλλοτινές ματαιοπονίες υπέρμετρων εγκεφαλικών σημασιών.
Τραγωδία, σε περιτύλιγμα χάρτινων κωμικών σκίτσων, που αναβιώνουν εικόνες στην σκιά της μνήμης. Παιχνίδια μυαλού και αναπροσαρμογή σε μια καθαρά νοητική αναμονή εξαντλητικής υπέρβασης.
Πάντα πίστευε ότι η σκληρότητα της επιβίωσης αφαιρεί με μαθηματική ακρίβεια την ουσιαστική ομορφιά της ζωής, απομακρύνοντας τις αισθήσεις από την απόλαυση της δημιουργίας και την σκέψη από την ολοκλήρωση βαθύτερων συνειρμών.
Την ώρα του δειλινού, καθώς το βλέμμα αποτελούσε μέρος του τοπίου αναρωτιόταν για την διαδρομή στο εσωτερικό ταξίδι των αμφισβητήσεών του. Τα πρόσωπα γύρω του είχαν την ομιχλώδη ένδυση όλων αυτών που χάθηκαν  αλλά παρέμεναν κομμάτι του θρυμματισμένου συναισθηματισμού.
Αυτό είναι λοιπόν το χρώμα της υγιούς μοναχικότητας!!! Το χρώμα της ομίχλης…Αργά το βράδυ η γεωμετρία των κορυφογραμμών οριοθετεί την παραίσθηση και αναπαραγάγει φυλακές υψίστης ασφαλείας. Η ελευθερία βρίσκεται στην αλήθεια μας και όχι στην ανάγκη μας. Ίσως τελικά είμαστε όλα αυτά που χάθηκαν…γράφει η Μαρία Τερζάκη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*