«Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ»

ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ (Συγγραφέας)
«Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ»

(προδημοσίευση αποσπασμάτων από ένα μεγάλο οδοιπορικό στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα)

ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (ΣΑΡΚΙ) [1]

Αγαπημένη Ισταμπούλ,

είσαι το τίμημα όλου του κόσμου,

η πιο ωραία ανάμεσα στις ωραίες,

πιο ωραία κι απ’ την Εδέμ.

Τα ακρογιάλια σου, ονειρεμένα,

οι θάλασσές σου, μαγευτικές,

τα νερά σου, παραμυθένια,

ο λαός σου, ευτυχισμένος.

Αγαπημένη Ισταμπούλ,

είσαι το τίμημα όλου του κόσμου,

η πιο ωραία ανάμεσα στις ωραίες,

πιο ωραία κι απ’ την Εδέμ.

Οι βάρκες τριγυρίζουν στους κόλπους όλων των γιαλών,

τα τραγούδια συνομιλούν με τα πρόβατα της Κάνλιτζας,

για τον ερωτευμένο, αυτός ο παράδεισος είναι η πιο ωραία επιθυμία,

ένα γλέντι του φεγγαριού,

η αξία μιας ολόκληρης ζωής.

«Περιγραφήν της Κωνσταντινουπόλεως επιχειρήσας να συντάξω δεν ιλιγγίασα προς του το εγχειρήματος μέγεθος. Τοιούτός τις με κατείχεν υπέρ αυτής πόθος, αλητεύοντα επί ξένης [2]». Αυτή είναι η πρωταρχική κατάθεση στα «Προλεγόμενα» του Ά τόμου της τρίτομης μελέτης «Η Κωνσταντινούπολις» του Σκαρλάτου Βυζάντιου. Το πάθος και ο πόθος για την Πόλη, αν τον χτυπήσει κάποιον η αρρώστια γι’ αυτήν, δεν εκφράζεται με λόγια. Είτε βρίσκεσαι εκεί, είτε είσαι μακριά της. Πόσες φορές τυχαίνει να ξυπνώ πρωί, ειδικά όταν έχει ομίχλη, και τυλιγμένος στο πυκνό πούσι σα μεθυσμένος να κατευθύνομαι προς την παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, ενώ μπερδεμένος νομίζω πως κατεβαίνω στο Καράκιοϊ, όπου με περιμένει το βαπόρι στη σκάλα για να πεταχτώ απέναντι, στο Καντίκιοϊ, «στ’ αντικρινά», όπως λένε οι Ρωμιοί. «Nοσταλγία καρδιοβόρο» ονομάζει ο Βιζυηνός τη νοσταλγία που τρώει την καρδιά. Κι ο Καββαδίας κινείται σ’ αυτό το κλίμα σε αρκετά ποιήματά του μα ιδιαίτερα στο περίφημο «MAL DU DEPART». «Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων», και τα λοιπά.

Η θάλασσες, οι θαλασοπόταμοι, τα λιμάνια, οι όρμοι, τα νησιά και τ’ ακρογιάλια, ορίζουν τη μοίρα και προσδιορίζουν την άφατη γοητεία της Πόλης. Η παλιότερη γνωστή λέξη στους ερευνητές του ανατολικού πολιτισμού, που χρησιμοποιείται για την θάλασσα στον οθωμανικό κόσμο είναι ταλουί (talui), που θεωρείται ότι σχηματίστηκε μάλλον εκ παραφθοράς του αρχαιοελληνικού «θάλαττα». Ίσως να διαδόθηκε και να επικράτησε σ’ όλους τους λαούς της μεσογειακής Ανατολής μετά από εκείνη την ουρανομήκη ιαχή των αποδεκατισμένων στρατιωτών που επέστρεφαν στην πατρίδα, όπως αναφέρει ο Ξενοφών. Αργότερα και για αιώνες επικράτησε το μπάχρ (bahr). Είναι ξακουστό το Bahriye çiftetelli, δηλαδή Θαλασσινό τσιφτετέλι, από τα πιο δημοφιλή τουρκικά λαϊκά τραγούδια του 20ου αιώνα και στους δύο λαούς, που πέρασε στα ελληνικά πάλκα, την δισκογραφία και τα γλέντια ως Καντιφές ή Κατιφές. Το τραγουδάει έξοχα η γυναίκα του γνωστού ουτίστα Σαραγούδα, η Γιασεμή, μα και άλλοι ερμηνευτές. Ο Νίκος Σαραγούδας αποτελεί σπάνια περίπτωση εξέχοντος αυτοδίδακτου σολίστα, που έμαθε το όργανο σε ώριμη ηλικία. Ως γνωστόν, για την εκμάθηση ενός μουσικού οργάνου, εκτός από την άκρα αφοσίωση, απαιτείται και το νεαρόν της ηλικίας. Πάντως στο περί ου ο λόγος Θαλασσινό τσιφτετέλι, τόσο στην πρώτη, την τουρκική εκδοχή του, όσο και στην μεταγενέστερη ελληνική, τα λόγια του τραγουδιού δεν έχουν καμιά σχέση με τη θάλασσα.

ΚΑΝΤΙΦΕΣ

Στον κατιφένιο μου οντά

θα σε κλέψω μια βραδιά,

να σου πω τα πάθη μου,

αμάν να με κλαις αγάπη μου, μ’ έκαψες.

Μαύρα μάτια έχεις, φως μου,

και στο μάγουλο ελιά

κι όποιος τα γλυκοφιλήσει,

αμάν, χάρο δεν φοβάται πια, μ’ έκαψες.

Τα ωραία σου τα μάτια

στον καθρέφτη μην τα δεις,

γιατί μόνη σου αγαπιέσαι

και εμένα λησμονείς.

 

 

Η ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΖΩΗ

Σε χάρτες, σε πορτολάνους, σε εγχειρίδια ιστορίας συναντάμε συχνά την λέξη μπαχρ. Ως Μπαχρ-ι Ρουμί (Bahr -i- Rumi), δηλαδή «Θάλασσα των Ελλήνων» είναι γνωστή στην ιστορία η Προποντίδα, η θάλασσα του Μαρμαρά (Marmara denizi). Η κατοπινή ονομασία της θάλασσας είναι ντεριά (derya), λέξη που και σήμερα είναι σε ευρεία ακόμη χρήση. Ντεριαμπάρ (deryabar) σημαίνει πολύ μεγάλη θάλασσα, ωκεανός. Μα ο ωκεανός είναι γνωστότερος με το ελληνικότατο οκιάνους (okyanus). Στο τέλος η θάλασσα έγινε ντενίζ (deniz). Μαύρη θάλασσα, Καρά ντενίζ (Kara deniz), ο Εύξεινος πόντος. Άσπρη θάλασσα, Ακ ντενίζ (Ak deniz) το Αιγαίο, αλλιώς Εγκέ (Ege).

Οι Τούρκοι θαλασσινοί αγαπούν τη θάλασσα παράφορα. Και την έχουν έξοχα εγκωμιάσει τόσο οι ποιητές με τα ποιήματά τους, όσο κυρίως ο λαός με τα τραγούδια του. Να, τι λέει ένα ωραίο παραδοσιακό τραγούδι:

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΚΑΪΚΤΣΗΔΩΝ

Αυτή η ατέλειωτη θάλασσα

είναι ό,τι πιο λατρευτό υπάρχει,

το σπίτι μας κι ο κήπος μας

είναι αυτή η πανέμορφη θάλασσα.

Ακόμη κι οι πιο επικίνδυνες ώρες

είναι για μας ευτυχία απέραντη,

ε, κύματα θεόρατα,

έχετε τα χαιρετίσματά μας.

 

Η ονοματολογία των αλιευμάτων είναι σχεδόν εξολοκλήρου δάνεια από την ελληνική γλώσσα. Τα μαλάκια, για παράδειγμα: χταπόδι – αχταπότ (ahtapot), καλαμάρι – καλαμάρ (kalamar), σουπιά – σουπιά (supya). Και τα ψάρια: μπαρμπούνι – μπαρμπούνια (barbunya), σκορπιός – ισκορπίτ (iskorpit), κέφαλος – κεφάλ (kefal), λαβράκι – λεβρέκ (levrek), παλαμίδα – παλαμούτ (palamut), γοφάρι – λουφέρ (lufer), σολωμός – σομόν (somon), φανάρι – φενέρ (fener), μαρίδα – ιζμαρίτ (izmarit), σαυρίδι – ισταβρίτ (istavrit), σαρδέλα – σαρντάλια (sardalya), σπάρος – ισπαρί (ispari), μουρμούρα – μουρμούρ (murmur), σκουμπρί – ουσκουμρού (uskumru), κολιός –), κολιόζ (kolyoz) φασί – πισί (pişi), τσιπούρα – τσιπούρα (çipura) ή τσούπρα (çupra). Τέλος, τα μαλακόστρακα, αστακός – αστακόζ (astakoz), καραβίδα – κερεβίτ (kerevit), γαρίδα – καριντές (karides), καβούρι – παβούρια (pavurya), τσαγανός – τσαγανόζ (çağanoz), στρείδι – ιστρίντιε (istridye), μύδι – μίντιε (midye). Για τον αχινό έχουν επινοήσει ένα ποιητικό όνομα: κάστανο της θάλασσας – ντενίζ κεστανεσί (deniz kestanesi). Το αυγοτάραχο, όμως, απ’ αυτούς το πήραμε και το είπαμε χαβιάρι (havyar).

Που ήξεραν οι Τούρκοι από ψαροσύνη; Λαοί της στέπας, σκληροτράχηλοι και επιθετικοί νομάδες, που αποδείχτηκαν ευπροσάρμοστοι στις καινούριες συνθήκες ζωής, στους κατακτημένους παράλιους τόπους, κατόρθωσαν να γίνουν άριστοι ψαράδες, άξιοι μαθητές των δασκάλων τους, των Ελλήνων. Ραγιάδες οι Έλληνες μα πρώτοι καραβοκύρηδες, και πανάρχαιοι κυρίαρχοι της Μεσογείου.

Υπήρχαν εποχές, σταθερές τους παλιούς καιρούς, που τα ψάρια ορμούσαν κατά ορδές από το στόμα του Βοσπόρου σα μανιασμένη θύελλα και κατακλύζανε όλα τα νερά, πολιορκούσαν τις θάλασσες της Πόλης από παντού. Από τα μέσα προς τα τέλη Οκτωβρίου, εμφανίζονταν αναρίθμητα κοπάδια τόνοι. Ο τόνος, ψάρι μεγαλόσωμο, χορταστικό και ακριβό είναι ένα έδεσμα πολύτιμο. Ήταν οι μέρες της θύελλας των ψαριών, που έδιναν τη μοναδική ευκαιρία στους καϊκτσήδες, τους βαρκάρηδες, τους ιχθυέμπορους αλλά και στη φτωχολογιά της Πόλης, να επωφεληθούν.

Μα δεν είναι μόνο η επαγγελματική αλιεία ένας παραγωγικός τομέας στην τελειοποίηση του οποίου πολλά οφείλουν οι Τούρκοι στους Έλληνες. Αλλά και το ναυτικό. Είναι αξιοσημείωτη όχι μόνο η απίστευτη ταχύτητα αλλά και η θαυμαστή δεξιότητα, την οποία επέδειξαν οι Οθωμανοί, ειδικά μετά τον 15ο αιώνα, τον πρώτο αιώνα, δηλαδή, μετά την πλήρη κατάκτηση των εδαφών της ρωμαιορθόδοξης εν τέλει αυτοκρατορίας, στην οργάνωση του εξοπλισμού, τη ναυπήγηση και την επάνδρωση ενός λαμπρού, πολεμικού μα και ληστρικού, και εν πολλοίς νικηφόρου στόλου. Και εδώ, βέβαια, χρησιμοποιήθηκε δυναμικά η πλούσια και πατροπαράδοτη ελληνική εμπειρία στη θάλασσα. Οι λεβέντ (levent), -εξ’ ου και λεβέντης-, που αποτελούσαν το κυρίως πλήρωμα, το τσούρμο των πολεμικών πλοίων, αποτελούνταν από ναυτολογημένους ελληνικής καταγωγής νεαρούς νησιώτες ή κατοίκους των μικρασιατικών παραλίων.

Το καλκάνι (kalkan) είναι το πλέον περιζήτητο ψάρι της Πόλης και σημαίνει ασπίδα. Και πήρε την ονομασία αυτή λόγω του σχήματός του. Η αρχαιοεληνική ασπίδα, το σκουτάριον, λατινιστί scutarium, έδωσε το όνομα στην ευρύτερη περιοχή της βυζαντινής Χρυσόπολης στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου: Üsküdar, που θα πει ασπιδοφόρος, στα ελληνικά, το γνωστό Σκούταρι. Η φήμη του καλκανιού είναι απίστευτη. Υπάρχουν άνθρωποι που ταξιδεύουν επί τούτου, για να γευματίσουν ή να δειπνήσουν στα βοσπορινά παράλια και να γευτούν σε τηγανισμένα κομμάτια την κρουστή, μα κάπως λιπώδη σάρκα του με τα παράξενα βυζούνια στην επιφάνεια. Μα και το λουφάρι, το ελληνικό γοφάρι ή γουφάρι δεν υπολείπεται σε φήμη. Ο Ζαρίφης στο βιβλίο του «Οι αναμνήσεις μου» γράφει [3] : «Τα δύο χαρακτηριστικά και πιο ονομαστά ψάρια της Πόλης, άγνωστα στην Ελλάδα, είναι το λουφάρι, που ψαρεύεται σε κάθε εσοχή του Βοσπόρου, και το καλκάνι (turbot), που ψαρεύεται με «παραγάδι» στην είσοδο της Μαύρης θάλασσας.

Όσες φορές μας ερχόταν κανένας συγγενής του εξωτερικού στα Θεραπειά, η μητέρα μου φρόντιζε να μη λείπει από το τραπέζι το λουφάρι ή το καλκάνι. Με τι λαιμαργία το γεύονταν! Ο θείος Αντώνιος Βλαστός, γνωστός μερακλής, δεν παρέλειπε ποτέ να διακηρύττει ότι για ένα λουφάρι ή ένα καλκανάκι άξιζε να έλθει στην Πόλη κι απ’ την άκρη του κόσμου ακόμη».

«Καλκάνι θα φάω το μεσημέρι, ψητό», λέω ένα χειμωνιάτικο πρωί στην κυρία Τατιάνα, την παλαιότερη από τις δύο κυρίες της γραμματείας στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο, συνταξιούχο πλέον σήμερα. «Τι λες βρε παιδάκι μου! Από πού το ψούνισες; Απ’ το Μπαλούκ παζάρι;». «Όχι, απ’ τον Μαρμαρά, κατέβηκα στο Κούμκαπι, στην παραλία, στη μεγάλη την ψαραγορά». «Ναι, βρε μανίτσα μου, αλλά λάθος εποχή. Το καλκάνι θα το αγοράσεις Μάη μήνα και να είναι αρσενικό». Έχει και τα μυστικά της η πολίτικη αγορά. Είναι απόσταγμα πολύχρονης ιστορικής εμπειρίας αυτή η κουβέντα. Όπως κι η παρασκευή των πολίτικων κουραμπιέδων, των σιροπιαστών, του κιουνεφέ. Έχεις φάει λαβράκι ψημένο σε κεραμίδι; Παλαμίδα; Η παλαμίδα, η λατρεμένη ψαρούκλα στην Πόλη έχει την πρωτοκαθεδρία, είναι η βασίλισσα στην ιεραρχία των βοσπορινών και μαρμαρινών αλιευμάτων και η πιο βαρβάτη ποικιλία της, το ευμέγεθες τορούκι (torık) είναι εκείνη που προσφέρεται για συντήρηση ώστε να πάρει την επιθυμητή γεύση του παγκοσμίως περιζήτητου γλυκύτατου και τερψιλαρύγγιου παστού, της πολίτικης λακέρδας. Οι βυζαντινοί δεν υστερούσαν σε ευρηματικότητα στην επεξεργασία επιλεγμένων ειδών της αλιευτικής αλυσίδας για την παραγωγή αλίπαστων. Το βυζαντινό «θυννόκομμα», δηλαδή παστό τορούκι, που λέγαμε, ένα αλίευμα που προσφέρεται άφθονο για κυνήγι με τις τράτες στους μεγάλους βοριάδες και τα κρύα, καθώς πλημμυρίζει κοπαδιαστά το καταχείμωνο τις πολίτικες θάλασσες, αυτό είναι η πρώτη γνωστή στην ιστορία λακέρδα. «Ένα πιάτο περιζήτητο στην ιεραρχία των πολίτικων ουζομεζέδων» [4], γράφει στην έξοχη γαστριμαργική της εγκυκλοπαίδεια «Πολίτικη κουζίνα» η φίλτατη Σούλα Μπόζη, μια πολύτιμη Ρωμιά του καιρού μας.

Η Μαύρη θάλασσα είναι η μια τεράστια αλμυρή λίμνη, μοιρασμένη ανάμεσα σ’ όλες τις κοντινές χώρες που βρέχει με τ’ ακρογιάλια της. Παρά την εκ του βιομηχανικού και πετρελαιοπαραγωγικού ρωσικού Βορρά προερχόμενη αύξουσα μόλυνσή της, -μια θλιβερή κατάσταση μάλλον μη αναστρέψιμη -το μπερεκέτι της είναι πάμπλουτο. Σ’ όλες τις εποχές η ασημένια σοδειά των ψαράδων έχει να επιδείξει ανεξάντλητες σε ποσότητα ποικιλίες: παλαμίδες, σκουμπριά, καλκάνια, σαφρίδια, σαρδέλες, αθερίνα, και προπαντός τον γαύρο τον άριστο. Ο γαύρος, το χαμψί ή χαψί(hamsi), ο δικός μας γάβρος, το γαβράκι, είναι η λατρεμένη θαλασσινή λιχουδιά των Ποντίων. Πολύ νόστιμο και πολύ αγαπητό και διαδεδομένο και πέραν της Μαύρης θάλασσας φαγητό είναι η χαμψόπιττα. Την σερβίρουν τακτικά και σε μερικές λοκάντες στην Πόλη. Πολύ σπέσιαλ εκείνη που μαγειρεύουν σε μια παραδοσιακή ψαροταβέρνα δίπλα στην ψαραγορά του Μπεσίκτας (Beşiktaş), απέναντι περίπου από τον ορθόδοξο ναό της Παναγίας του Διπλοκιονίου [5]. Όπου και ζήσαμε έναν ταπεινότατο μα άκρως υποβλητικό Επιτάφιο την Μεγάλη Παρασκευή του’ 98. Αυτό το ταβερνάκι – ένα από τα πολλά που υπάρχουν σήμερα, αφού πολλαπλασιάστηκαν στην περιοχή της τοπικής ψαραγοράς- είναι για χρόνια στέκι επιφανών Τούρκων διανοουμένων και καλλιτεχνών. Εκεί σύχναζαν οι τελευταίες παλιές δόξες του τουρκικού τραγουδιού. Και στους τοίχους του είναι κρεμασμένες φωτογραφίες από ιστορικά γλέντια της δεκαετίας του’ 90 με τις πιο σπουδαίες «χανεντέ», τις ερμηνεύτριες δηλαδή, σαν την Χαμιγιέτ Γιουτζεσές (Hamiyet Yüceses), την Σαφιγιέ Αϊλά (Safiye Ayla), την Μουζεγιέν Σενάρ (Muzeyen Senar), την Περιχάν Αλτιντάγ Σοζερί (Perihan Altındağ Sözeri) και τη Ζεχρά Μπιλίρ (Zehra Bilir) να χορεύουν αγκαλιασμένες και χαρούμενες ανατολίτικους χορούς.

Σε ποικίλες γαστριμαργικές εκδοχές μπορεί να συναντήσουμε το χαμψί στα μαυροθαλασσίτικα λιμάνια. Τα ωραία και μεγάλα -ελληνικά άλλοτε- λιμάνια, όπως, βέβαια, της ιστορικής πρωτεύουσας του Πόντου, της Τραπεζούντας (Τράμπζον – Trabzon), αλλά και της Σαμψούντας (Σάμσουν – Samsun), της Κερασούντας (Γκίρεσουν – Giresun), της Ορντούς (Ορντού – Ordu), της Ριζούπολης (Ριζέ – Rize) και της Σινώπης (Σινόπ – Sinop). Πολλά θρυλούνται για τη Μαύρη θάλασσα. Με την ακατάπαυστη αγριάδα της και τα θεόρατα κύματά της, τις σπιλιάδες της, που τσακίζουν τα ξεστρατισμένα ή απερίσκεπτα σκαριά πάνω στα αγέρωχα βράχια της. Με τα δελφίνια της που επιμένουν παρά την ολέθρια μόλυνση να προσαρμόζονται και να «ζουν και να βασιλεύουν» παίζοντας στην αφρισμένη της επιφάνεια. Μα οι ψαράδες του Πόντου δε χαμπαριάζουν από φουρτούνες. Σ’ έναν θεό πιστεύουν. Σ’ αυτή την αδάμαστη θάλασσα. Και την μαγεύουν με τη χορδή του κεμεντζέ. Έτσι, ενέπνευσαν βαθιά τον ποιητή Τζενάν Ακίν (Cenan Akın), που τους αφιέρωσε αυτό το ποίημα:


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΨΑΡΑ

Για μας η θάλασσα είναι χωράφι

και σπέρνουμε και θερίζουμε

γεμίζοντας τις βάρκες μας

σχίζοντας τους ανέμους

το μπερεκέτι[6] είναι στα βαθιά

ο κεμεντζές[7] μου έχει τρία τέλια

στο χέρι μου τον κρατάω τον κεμεντζέ

το κουράγιο μου είναι στη θέση του

κύματα θεόρατα σαν βουνά

τα λαϊκά τραγούδια τα’ χω στη γλώσσα μου

αχ, ψάρι, βγες στη βάρκα, αχ, ψαράκι μου,

οι θάλασσες είναι δροσερές

παίξε απ’ την αρχή κεμεντζέ μου

τα κύματα χορεύουν χόρον[8] με τα ψάρια

δε μπορώ να πω το χάλι μου

ο κεμεντζές μπορεί να το πεί

μ’ αυτά τα λεπτά τέλια

αχ, ψάρι, βγες στη βάρκα, αχ, ψαράκι μου,

οι θάλασσες είναι δροσερές

παίξε απ’ την αρχή κεμεντζέ μου,

ο κόσμος όλος ξεσηκώθηκε και χορεύει χόρον

εγώ δε μπορώ να μιλήσω, κεμεντζέ,

μόνο ο κεμεντζές μπορεί να πει το χάλι μου

μ’ αυτά τα λεπτά τέλια

εμείς τους σχίζουμε τους ανέμους, τους σχίζουμε.

 

Η Προποντίδα που είναι αρκετά ήρεμη και εύκολη στον διάπλου, μοιάζει φιλόξενη για τον θαλασσοπόρο. Σ’ αντίθεση με την διαρκή ανασφάλεια, τον τρόμο σχεδόν που δημιουργεί η θέα του Πόντου. Και ο Βόσπορος; Είναι το θαλασσινό ποτάμι που ενώνει τα νερά της Προποντίδας με τον Εύξεινο, ο μακρύς λαιμός, το Μπογάζι (Boğaz), – Μπογάζιτσι (Boğaziçi) τον λένε- που κανονίζει τα πεπρωμένα των δύο θαλασσών που δένει μεταξύ τους. «Φίδι» τον λέει η φίλη Μαριάννα Κορομηλά [9], η σκαπανέας με το αστείρευτο και ζηλευτό μεράκι, η προορισμένη να γνωρίσει και να αποκρυπτογραφήσει πολλά μυστικά του εγγύς ανατολικού κόσμου: «Ο Βόσπορος είναι ένα θαλασσινό φίδι μήκους τριάντα ενός χιλιομέτρων. Απλώνεται ανάμεσα σε κατάφυτες ακτές, δασωμένους χαμηλούς λόφους, ανθισμένα ακρωτήρια, βαθείς κόλπους και μικρούς όρμους. Μέσα σ’ αυτή την παράλια ομορφιά το φίδι ελίσσεται ακολουθώντας το ανάγλυφο του εδάφους. Στενεύει και φαρδαίνει, στρίβει δυτικά κι ύστερα βόρεια, νοτιοδυτικά και ανατολικά, ύστερα πάλι βορειοδυτικά, άλλοτε προχωρώντας μέσα στη θρακική ή στη μικρασιατική γη, άλλοτε αφήνοντάς τες να εισχωρήσουν αυτές στον φαρμακερό του κόρφο». Ο θαλάσσιος ποταμός προαιωνίως και αδιαλείπτως «κυλάει». Όπως σημειώνει στον συνοπτικό μα άκρως χρήσιμο οδηγό της Πόλης ο Πασαδαίος [10]: «Και «κυλάει» πραγματικά, γιατί τα νερά του ποτέ δεν είναι ήρεμα: ένα ρεύμα στον άξονά του έχει συνεχώς κατεύθυνση προς τη Θάλασσα του Μαρμαρά, ενώ στις παραλίες του το ρεύμα παίρνει αντίθετη κατεύθυνση. Υπάρχουν μάλιστα σημεία όπου τα δύο αυτά ρεύματα συγκρούονται, οπότε η θάλασσα «βράζει», όπως λένε οι ψαράδες. Σ’ αυτά τα σημεία είναι αδύνατο να πλεύσει κανείς με τα κουπιά, γι’ αυτό και παλαιότερα, που δεν είχαν διαδοθεί ακόμη οι μηχανές, τις βάρκες τις τραβούσαν με σκοινιά από την παραλία». Πανικοβλήθηκαν, λέει, εκείνους τους μυθικούς καιρούς οι Αργοναύτες όταν κατάκοποι αντίκρισαν τον Βόσπορο βγαίνοντας απ’ τον πορθμό. Κι είχαν να τα βγάλουν πέρα με τις δυσκολίες του ανάπλου του Στενού και τη μανία της Μαύρης θάλασσας. Στέκουν αγέρωχες αντικριστά οι θεόρατες Συμπληγάδες, σ’ εκείνες λένε πως αντιστοιχούν οι δυο πανύψηλοι βράχοι στις απολήξεις των δυο πλευρών του στενού, η μία στην θρακική άκρη της Λεύκας της Ευρώπης (Ρούμελι καβάκ – Rumeli kavak) και η άλλη στην ασιατική άκρη της Λεύκας της Ανατολής (Αναντολού καβάκ -Anadolu kavak).

Η λατρεία του Βοσπόρου προξενεί στους ρομαντικούς θιασώτες του, και ιδιαίτερα στους ποιητές- μιαν αδιάπτωτα εγκωμιαστική νοσταλγική διάθεση. Να ένα ποίημα της Ραντιφέ Ερντέν (Radife Erden), που ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία:

ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ναζιάρικό μου ταίρι με τα ωραία μάτια

ό,τι ψάχνεις, να ξέρεις, το’ χει ο Βόσπορος

Έλα και τριγύρισε σε κείνα τα γαλανά νερά

εδώ η ζωή δεν ξέρει από θλίψη

κύμα το κύμα ζεματάει η θάλασσα

στ’ ακρογιάλια ασημένιο σημάδι

Στ’ ανοιχτά μακριές λεπτές βάρκες

στα χείλη το ψιθύρισμα του έρωτα

Κεφάτα γυναικεία τραγούδια

αγκαλιάζουν τις καταπράσινες ακτές

Στα μισά ο ήχος ενός λαϊκού τραγουδιού

ο Βόσπορος είναι μια συνοικία ονείρων

Ο Βόσπορος είναι η χώρα του ρεμβασμού

η άνοιξη του έρωτα

 

Είναι μυστική και μυσταγωγική η γλώσσα των ψαράδων. Την κουβέντα του ψαρά ένα αυτί αμύητο δε μπορεί εύκολα να την πιάσει. Έχουν φόβο θεού οι αλιείς κι οι ναυτικοί. Μια ζωή ξοδιασμένη μέσα στην αλμύρα που τους σιγοτρώει, την ανασφάλεια του μεροκάματου, το άγνωστο της υγρής απεραντοσύνης, έχουν εφεύρει και αναπτύξει μια ιδιαίτερη ορολογία, μια φρασεολογία πολύ γοητευτική και κάποτε αινιγματική, παραδομένη από χρόνους παμπάλαιους, που συνεχώς εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, λέξεις, σύμβολα, συνθήματα, ιδιωματισμούς, υποκοριστικά. Ένας ολόκληρος κόσμος χωρίς τελειωμό, αυτάρκης και αδιαπέραστος. Από χώρα σε χώρα, από νησί σε νησί, από σκάλα σε σκάλα, από βαρκούλα σε μηχανότρατα, από μαούνα σε ποστάλι, η θαλασσινή και η ναυτική ορολογία ποικίλει. Κι είναι ευτυχής αυτός που μεγάλωσε κοντά στους ψαράδες και πήρε μυρωδιά απ’ την κουβέντα τους. Τυχεροί κι εμείς οι Έλληνες του περασμένου αιώνα που η πατρίδα μας γέννησε το ρεμπέτικο τραγούδι αλλά και το αλέγκρο κυκλαδίτικο και δωδεκαννησιακό θαλασσινό τραγούδι, που εγκωμίασαν την αιγαιοπελαγίτικη ζωή. Ποιος δόκιμος ποιητής δεν θα ζήλευε την απαράμιλλη ομορφιά αυτών των στίχων, που είναι μια χορογραφία ολοζώντανη:

«Μες στου Αιγαίου τα νερά

αγγέλοι φτερουγίζουν

Και μέσα στο φτερούγισμα

τριαντάφυλλα σκορπίζουν»

 

Τυχεροί που κληρονομήσαμε τον σοφό λόγο των μεγάλων θαλασσινών, του Παπαδιαμάντη και του Καρκαβίτσα μα προπαντός τα ποιήματα του «Μαραμπού», του Νίκου Καββαδία, στο έργο του οποίου ευλαβικά αποτυπώθηκε ένα ικανό τμήμα της ναυτικής ορολογίας. Τυχεροί και οι Τούρκοι, γιατί συμβίωσαν με ένα λαό πατροπαράδοτα θαλασσινό σαν τους Έλληνες που τους δάνεισαν και τους κληροδότησαν τα μυστικά και τα εργαλεία της ψαροσύνης.

«Είμαι πολύ καλός ψαράς. Σαν τους Έλληνες τους παλιούς», καυχιόταν ο Σελίμ, το ψαροπαίδι, ένα παλικαρόπουλο, που’ χε τη βάρκα του, την «ΜΕΛΤΕΜ», δεμένη σ’ έναν κόρφο, στο Σαρίγερ, το σαγηνευτικό ψαροχώρι του δυτικού Βοσπόρου. Κι είχε βάρκες και βαρκούλες αραγμένες στα κολπάκια του όμορφου Σαρίγερ, κολλητά τη μια δίπλα στην άλλη: «ΣΕΡΙΝ» – «SERİN», «ΝΤΕΡΙΑ» – «DERYA», «ΓΚΙΟΥΖΕΛΙΜ» – «GÜZELİM», «ΝΤΟΥΝΤΟΥ» – «DUDU», «ΤΣΑΠΚΙΝ» – «ÇAPKIN», «ΣΕΒΝΤΑ» – «SENDA», «ΣΕΒΤΑΠ» – «SEVTAP». Μας έκανε το τραπέζι ο Σελίμ εκεί στο ακροθαλάσσι καταχαρούμενος που είχε γεμίσει τα δίχτυα του με μπόλικα χελιδονόψαρα και χριστόψαρα. Σούπα-κακαβιά στον τεντζερέ και άφθονο τηγανιτό χαβιάρι. Αλησμόνητο μουσαφιρλίκι. Κι αξέχαστος ο εγκάρδιος χαιρετισμός του μ’ έναν άλλο νεαρό ψαρά, φίλο του. -Γιαβρούμ [11], Σελίμ, φώναξε ο ένας απ’ έξω. -Τζάνουμ, μπαλικτσίμ, [12] απάντησε ο δικός μας μέσα απ’ το σκαρί του με γλυκύτητα.

Ο Βόσπορος, τα χωριά του, οι καλλονές του, η χλωρίδα του, τα λιμάνια του, οι αποβάθρες του, τα γυαλιά [13] των μπέηδων, οι ακρογιαλιές του, οι βαρκάδες του, τα ψάρια του, τα ψαρέματά του, η νοσταλγία των απολαύσεών του, ήταν πάντοτε από τα πιο λατρεμένα θέματα των Τούρκων ποιητών. Να ένα χαρακτηριστικό δείγμα νοσταλγικής βοσπορινής ποίησης. Είναι το «ΒΟΣΠΟΡΙΝΟ ΟΝΕΙΡΟ» του Νετζμεττίν Χαλίλ Ονάν (Necmettin Halil Onan):

Το τελευταίο τριαντάφυλλο σκορπίστηκε

Το τελευταίο πουλί πέταξε μακριά

Το καλοκαίρι τώρα φωλιάζει

Στις φωνές των χλωμών φύλλων

Που σωριάζονται από δρόμο σε δρόμο

Η καρδιά μου βρίσκεται σ’ έναν κήπο

Στο Μπεμπέκ μεσοκαλόκαιρο

Ψηλά ένα αραχνούφαντο τούλι αχνού

Σ’ έναν ύπνο με χάζι έπειτα από ένα γαλήνιο μεσημέρι

Μια φωνή κρυμμένη στη θλίψη

Σαν προσευχή σ’ ένα όνειρο

Λέει ένα τραγούδι παλιό στο Κιουτσούκσου

Τώρα πια το ηλιόλουστο καλοκαίρι

Απομακρύνθηκε και θα μείνει στη θύμηση

Θα κουκουλωθεί στη σκουριά

Θα χωθεί στη φύση των φύλλων

Τώρα πια θα κρυφτεί πίσω απ’ τα βλέφαρα

Των καταγάλανων ματιών μου

 

Η θάλασσα, τα ψάρια της, τα θαλασσοπούλια, οι ψαράδες, τα καίκια κι οι βάρκες, όλη η πραγματικότητα και η μαγεία του θαλασσινού κόσμου, αγαπήθηκαν και υμνήθηκαν με πάθος από τους Τούρκους ποιητές. Ακόμη και οι νεώτεροι, εκείνοι που ερωτοτροπούσαν με τα μοντέρνα ρεύματα της ευρωπαϊκής κυρίως λογοτεχνίας, έγραψαν ύμνους για τη θάλασσα. Να, δύο ποιήματα αυτού του είδους από δύο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της νεώτερης τουρκικής ποίησης.

Οκτάι Ριφάτ (Oktay Rıfat)

 

ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ

 

Εδώ είναι ο καφενές στο νταλιάνι [14]

Στη μέση ένα γάλα που γίνεται γαλάζιο

Τι ταβέρνα είναι αυτή, ρε Αποστόλη [15],

Στο πιάτο μου ένα σύννεφο

Στο ποτήρι μου ο ουρανός

Ορχάν Βελή Κανίκ (Orhan Veli Kanık)

 

ΜΕΣΑ

Μέσα θάλασσες μέσα σε ήλιο

Έχουμε δέντρα μέσα σε φύλλα

Πρωι και βραδυ

Πάμε κι ερχόμαστε

Ανάμεσα στη θάλασσα και τα δέντρα μας

Μέσα στην ανυπαρξία

«ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΕ, ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ», την παρακαλεί εξομολογούμενος ένας σύγχρονος ποιητής, ο Μουσταφά Μουτλού (Mustafa Mutlu), δηλαδή Μουσταφάς Ευτυχισμένος, που υπογράφει με το ψευδώνυμο Mustafa Mutkov, επί το σοβιετικότερον. Κι έχεις την αίσθηση ότι με το ποίημα αυτό ο φίλος μας ο Μουσταφάς θαρρείς και εκφράζει την επιτομή μιας εδραιωμένης βαθιά μέσα μου αίσθησης, επιβεβαιωμένης κι από πολλά άλλα δείγματα, πεποίθησή μου πλέον, ότι οι Τούρκοι, εκστατικοί μπρος στα κάλλη της πολυκουρσεμένης και κατακτημένης απ’ τους προγόνους τους Επταλόφου, νιώθουν πως, μισή χιλιετηρίδα σχεδόν μετά, δεν είναι ακόμη έτοιμοι να αποτιμήσουν το μέγεθος εκείνης της κατάκτησης:

Να μολύβι

Και να χαρτί

Μου λέει ο μεγάλος αδερφός μου

Γράψε ένα ποίημα

Γράψε ένα αφήγημα

Μπορεί να αντισταθεί στις ομορφιές της

Η ψυχή του ποιητή;

Δες

Η Ισταμπούλ ολόλαμπρη

Ως κι η κορυφή της μυρίζει θάλασσα

Πέρασε βαθιά στις ψυχές των ανθρώπων

Θαμπώνει τα μάτια τους

Γράψε για τα ομορφιές

Που λιώνουν στο βλέμμα τους

Αν θέλεις, πες με αχαίρευτο

Αν θέλεις πες με ανίκανο

Ό,τι θες να πεις, πες το

Ρίξε μου όλο το σφάλμα

Δε βρίσω λόγια να περιγράψω

Τα κάλλη της

Μου έχεις κάνει μάγια

Κι ακόμη δεν κατάφερα

Να σου γράψω ένα ποίημα

Συγχώρεσέ με

ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ

Στην Πόλη, σ’ ένα σπίτι στο ασιατικό Μπεηλέρμπεη άκουσα για πρώτη φορά ένα τραγούδι που μεταπολεμικά έκανε αίσθηση στην Ελλάδα. «Γκιουζέλ Σταμπούλ». Των Λώρη και Καμποτσέλι, παιγμένο από την ορχήστρα του Μιχάλη Σουγιούλ. Με την αισθαντική φωνή της Βέμπο:

Αν και ταξίδεψα και χώρες πολλές είδα,

καμιά δεν είχε τη δική σου τη θωριά

και δεν το λέω επειδή σ’ έχω πατρίδα

αλλά γιατί σε νιώθω μέσα στην καρδιά.

Τα μαγεμένα, ωραία, Πόλη, δειλινά σου,

λες, μενεξέδες και στα πόδια σου σκορπούν

και το ασήμι που απλώνεις στα βουνά σου

δικούς και ξένους κάνουν όλους να σου πουν.

Γκιουζέλ Σταμπούλ, οι φεγγαρόλουστες βραδιές σου,

δαντέλες οι ακρογιαλιές σου σαν ασήμι μαγικό,

γκιουζέλ Σταμπούλ, πως με τραβούν οι ομορφιές σου, παράδεισος οι ζωγραφιές σου, κρύβουν πόνο μυστικό.

 

Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΓΑΛΑΤΑ

Δεν υπάρχει πιο σημαδιακό σημείο για την Πόλη απ’ αυτή την πολύπαθη και πολυάνθρωπη γέφυρα, που ενώνει από τη μια πλευρά την ιστορική παλιά πόλη, την Κωνσταντινούπολη του Βυζαντίου, Κονσταντινόπλ των ξένων και Σταμπούλ των Οθωμανών με την άλλη του Γαλατά και του ευρωπαϊκού Πέραν και που τα μάτια της είδαν κόσμο και ντουνιά να την περπατά, να την διαπερνά με βάρκες και βαπόρια μέσα απ’ τα σπλάχνα της, να ψαρεύει, να λαγοκοιμάται, να αποχαυνώνεται σε ρεμβαστικές ώρες τα δειλινά, να επαναστατεί, να χορεύει, να πέφτει στο νερό, σ’ αυτό το μοναδικό σημείο συνάντησης φυλών, θρησκειών, εθνών και πεπρωμένων. Η γέφυρα που ενώνει από τη μια πλευρά την ιστορική παλιά πόλη, την Κωνσταντινούπολη του Βυζαντίου, Κονσταντινόπλ των ξένων και Σταμπούλ των Οθωμανών με την άλλη του Γαλατά και του ευρωπαϊκού Πέραν, τη δυτική πλευρά του Κεράτιου με την ανατολική, την βυζαντινή και οθωμανική παλιά ευρωπαϊκή Πόλη με την σύγχρονη.

Ο Ολλανδός διανοούμενος Χέιρτ Μακ, ένας εξαιρετικά δημοφιλής συγγραφέας στη χώρα του, σκάρωσε το γλαφυρότερο εγκώμιο της θρυλικής γέφυρας, ένα πολύ ενδιαφέρον πεζογράφημα, στο οποίο συνυφαίνονται η παλιά και η νεώτερη ιστορία της Πόλης και συνδιαλέγονται πρόσωπα, επαγγέλματα, τάξεις και γεγονότα. Όπως γράφει [16] : «Η γέφυρα διασκελίζει έναν στενό κόλπο […..] που χωρίζει τις δύο παλιότερες γειτονιές και ταυτόχρονα και τα δύο πνεύματα μέσα σε τούτη την πόλη: η νότια πλευρά είναι συντηρητική και στραμμένη προς ανατολάς, η βόρεια πλευρά, με τις αιωνόβιες πρεσβείες της και τα παλάτια των εμπόρων, είναι διαποτισμένη από τη νοοτροπία της Δύσης και την ελαφρότητα της σύγχρονης ζωής».

Η τέταρτη στη σειρά γέφυρα που χτίστηκε στην ίδια ακριβώς θέση της τρίτης και προτελευταίας, ήταν εκείνη που έμελλε να ζήσω και να απολαύσω, να συνομιλώ μαζί της σα να πρόκειται για ζωντανό οργανισμό. Και σήμερα, είτε, όταν περπατώ την τελευταία διάδοχή της, είτε νοερά, όταν βρίσκομαι μακριά της νιώθω ότι κουβεντιάζω μαζί της, σαν με κάποιον πολυπρόσωπο άνθρωπο. Την έκαψαν, οι άθλιοι, το 1991, την πυρπόλησαν τα συμφέροντα των μαφιόζων, έπειτα την κατεδάφισαν –έστεκαν παραμερισμένα δεξιά της μέσα στο νερό για πολλούς μήνες τα διαμελισμένα κομμάτια της, μέχρι να τα σηκώσουν οι γερανοί- και στη θέση της έχτισαν τη σημερινή. Η ζωή της κράτησε ογδόντα χρόνια και «σήκωνε στις πλάτες της το βάρος οχτώ χιλιάδων τόνων», όπως έγραψε ο ποιητής Τζαν Γιουτζέλ (Can Yücel). Ογδόντα χρόνια σήκωνε με το χιλιοπατημένο μα πάντοτε φιλόξενο κορμί της τα πάθη και τους καημούς της Σταμπούλ.

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΓΙΛΝΤΙΖ

Επισκεπτόμουν και επισκέπτομαι συχνά ένα ξακουστό και μαγευτικό περιβάλλον, που επιβιώνει ανάμεσα στα ντοκουμέντα της πρόσφατης ιστορίας και τους μύθους που γέννησε η ζωή των ιδρυτών και των φιλοξενουμένων του: το πάρκο του Γιλντίζ.

Ψιθύριζα ένα τραγούδι για το Γιλντίζ, το «Πανσέληνος στο Βόσπορο», ένα πολύ μελωδικό τραγούδι που έγραψε και τραγούδησε η αδερφή του ρεμπέτη Σπύρου Καλφόπουλου, Σούλα Καλφοπούλου σε στίχους του περίφημου Τσάντα:

Πανσέληνος και στου Βοσπόρου τα νερά

καθώς η βάρκα κυλάει στο κύμα απαλά,

τα μάγια του ουρανού μου φέρνουνε στο νου

τα τόσα κάλλη του Γιλντίζ.

Σουλτάνες, με κορμιά σαν τα κρίνα

και με ξωτική ομορφιά,

σουλτάνες, μάτια σαν τη ζωγραφιά,

τράβα, βαρκάρη, και πέρνα πάλι

αγάλι-αγάλι μπροστά απ’ το ωραίο Γιλντίζ.

Πανσέληνος και η Σταμπούλ χαμογελά,

πέφτουν ασήμια μες στα σαράγια, τα τζαμιά

κι είν’ όνειρο, θαρρείς, αλλού δε θα τα βρεις

τα τόσα κάλλη του Γιλντίζ.

 

Γλαφυρή περιγραφή της εξωτικής ατμόσφαιρας του αυτοκρατορικού Γιλντίζ (όπως και άλλων περιοχών της Πόλης υπάρχει στο βιβλίο του Μάνσελ «Κωνσταντινούπολη, η περιπόθητη πόλη»: [17] «Η μεγάλη δόξα του Γιλντίζ ήταν οι κήποι του, 500 στρέμματα γης φυτεμένα με δέντρα και λουλούδια απ’ όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με την σύζυγο του ανατολιστή Μαξ Μύλλερ, στον εσωτερικό κήπο πίσω απ’ το Κιουτσούκ Μάμπεϋν(μικρό κιόσκι) ήταν φυτεμένοι παντού εξαίσιοι θάμνοι και φοίνικες, ενώ οι γιρλάντες με τα άνθη έμοιαζαν σαν αστραπές από χρώμα. Ο αέρας ήταν σχεδόν βαρύς απ’ τη μυρωδιά των πορτοκαλιών και σε κάθε γωνιά υπήρχαν κηπουροί που ράντιζαν τον χορτοτάπητα, ακόμα και τα σκυρόστρωτα μονοπάτια που έτριζαν καθώς βάδιζες πάνω τους, με νερό».

Ώστε «περιπόθητη Πόλη». Περιπόθητη μάλιστα, από φίλους και εχθρούς. Αζίζ Ισταμπούλ (Aziz Istanbul) την λένε οι Τούρκοι στα τραγούδια τους, έτσι την τραγούδησε ο μέγιστος Σελτσούκ (Selçuk) [18] ο φέρων και την επωνυμία ουστάντ (ustad), δηλαδή μαίστωρ, μάστορας, μαέστρος. Το aziz σημαίνει αγαπημένος, προσφιλής, πολύτιμος, σεβαστός, περιπόθητος. Άλλο σεβγκιλί (sevgili), αγαπητός, και άλλο αζίζ. Είναι μανούλες οι Τούρκοι στην λεπτή και λεπτομερή απόδοση των διαβαθμίσεων μιας έννοιας. Βοηθάει σ’ αυτό και ο λεξιλογικός πλούτος που συσσώρευσαν γλωσσικά ποτάμια άλλων πολιτισμών, όπως ο περσικός με την υψηλή λογοτεχνία του και ο αραβικός με την βαθιά, μυσταγωγική θρησκευτικότητά του και τις πολυπληθείς αιρέσεις του. Άλλα και η αρχαία, η μεσαιωνική και η νέα ελληνική γλώσσα με τα άπειρα δάνεια και αντιδάνειά της προς την τουρκική, και σε μικρότερο βαθμό η γαλλική, η ιταλική και η αγγλική, έπαιξαν κι αυτές τον ρόλο τους στη διαμόρφωση και τον εμπλουτισμό της τουρκικής γλώσσας. Γλωσσικός πλούτος μέγας, λοιπόν. Έτσι για την κοινή γυναίκα βρίσκουμε πολλές, διαφορετικές λέξεις, που η κάθε μια τους σημασιοδοτεί μια διαφορετική απόχρωση και διαβάθμιση της ίδιας έννοιας. Να οι πιο γνωστές: σοκάκ καντινί (sokak kadını) = γυναίκα του δρόμου, γκενελέβ καντινί (genelev kadını) = γυναίκα εργαζόμενη στα «σπίτια» (μπορντέλα), χαγιάτ καντινί (hayat kadını) = γυναίκα της ζωής (=πόρνη), σουρτούκ (sürtük) = γυρίστρα, περιφερόμενη, πόρνη, καχπέ (kahpe) = πόρνη, καράκαχπε (karakahpe) = πουτανάρα, οϊνάς (oynaş) = συμπαίχτρια, δημόσια, (fahişe) = πόρνη, οροσπού (orospu)  = πουτάνα, καλτάκ (kaltak) = πουτάνα, καράκαλτακ (karakaltak) = αρχιπουτάνα, καλντιρίμ καργκασί (kaldırım karğası ) = κάργα του καλντεριμιού, πόρνη.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*