H τέχνη στα χρόνια της κρίσης

 

«Η πολιτεία αμπάρωσε το δρόμο με σκοτάδι.

Και στο στόμα

Σαπίζουν τα μικρά πτώματα

Των πεθαμένων λέξεων

Και δυό μονάχα ζουν

Χοντραίνοντας,

«τσογλάνι»,

Και μια άλλη ακόμα,

Θαρρώ:

«ψωμί».

(Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, «Σύγνεφο με παντελόνια» μτφρ. Γιάννη Ρίτσου, εκδ. Κέδρος 1979).

Με πολύ …σκοτάδι αμπάρωσε το δρόμο τελευταία η Πολιτεία

Πέμπτη χρονιά συνεχιζόμενης ύφεσης και τέταρτη όπου η (υπαρκτή σε όλους μας πια) οικονομική κρίση ξεσκεπάζει όλο και περισσότερο το πραγματικό σώμα της χώρας, το απαλλάσσει από ψευτορούχα, φο μπιζού, στολίδια και φτιασίδια και τ’ αφήνει ανυπεράσπιστο μ’ όλη την πνευματική και ιδεολογική του γύμνια, αμήχανο, ανέτοιμο ν’ αντιμετωπίσει την παγωνιά του μέλλοντος. Είναι τόσο άσχημα τα πράγματα λοιπόν; Όχι, ίσως είναι και χειρότερα, όσο ο λαός, ο κάθε πολίτης αυτού του κράτους δεν κάνει πράξη τα λόγια του ποιητή: “Δεν είμαι ταίρι εγώ των ισχυρών. Εγώ επάνω σ’ όλα που έχουν γίνει βάζω «μηδέν»” (Μαγιακόφσκι, από το ίδιο).

Η Τέχνη σήμερα δοκιμάζεται σε δύο σκέλη: Ως υποδομή των χώρων πολιτισμού , όπου βρίσκει βήμα έκφρασης. Ως οργανωμένη κατάσταση των εστιών δημιουργίας και παραγωγής της που είναι τα Θέατρα, τα μουσεία, τα ωδεία, οι σχολές Καλων Τεχνών, οι Ορχήστρες, οι Πολιτιστικοί οργανισμοί, φορείς, ιδρύματα. Σε αυτό το σκέλος που αφορά την παιδεία μιας ολόκληρης κοινωνίας το υπουργείο Πολιτισμού δείχνει να συμπεριφέρεται περίπου ως ο λυπημένος παρατηρητής: Κατανοεί τα προβλήματα, αδυνατεί για τη λύση τους (Θέλω να πιστεύω ότι αδυνατεί και δεν αδιαφορεί, αν και από το ενδιαφέρον των υπουργών για τον …αθλητισμό και τον τουρισμό, έχω κάτι υπόνοιες ότι αυτά θεωρεί πολιτισμό!!! Πώς θα επιτύχει ένα… «πολιτισμένο» πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, ή πώς θα φερόμαστε…«πολιτισμένα» στους τουρίστες!)

Δοκιμάζεται όμως- και αυτό είναι το σημαντικότερο- κυρίως ως δημιουργία. Ως τρόπος απάντησης- έκφρασης απέναντι στη σημερινή θηριωδία του καπιταλιστικού συστήματος δείχνει να αδυνατεί να βρει λύσεις και διεξόδους, να προσφέρει καταφύγιο και λύτρωση. Όχι φυσικά με κείμενα, μανιφέστα, διαμαρτυρίες και δηλώσεις των π.χ. 100 ακαδημαϊκών ή καλλιτεχνών κ.ά. τέτοιες άσφαιρες κοινοτοπίες. Σε επίπεδο άμεσης δράσης και δημιουργίας τίθεται το ερώτημα. Στο αν γεννιούνται γραπτά, παραστάσεις, τραγούδια, γλυπτά, πίνακες, περφόρμανς και διαδράσεις που μπολιάζονται και εμπνέονται από την σκληρή πραγματικότητα (ή κινητοποιούν βεβαίως και την φαντασία) για να ανατρέψουν αυτή την πραγματικότητα.

Εδώ η αμηχανία είναι ολοφάνερη. Βεβαίως, η Τέχνη δε λειτουργεί απαραίτητα ανακλαστικά, είναι πρόωρο και νωρίς να έχουμε τις αντιδράσεις, ίσως οι πληγές γίνονται πρώτα ουλές και μετά εγγράφονται στο λογισμικό της Τέχνης. Χρειάζεται ένα διάστημα επώασης. Είναι τόσο βίαιη η ανατροπή ενός modus vivendi βασισμένου στη νωχελική παχυδερμία και την καταναλωτική υστερία προϊόντων μαζικής κουλτούρας («όγκοι κοπριάς», κατά τον Δ. Σαββόπουλο σε παλιό τραγούδι του) που ακόμη τα σκιρτήματα αντίδρασης, έστω κι ένα επιφώνημα πόνου, ακόμη αναμένονται.

Όμως αυτή η αμηχανία – αδυναμία δεν επήλθε σε μια μέρα, ούτε καν σε δυό χρόνια. Είναι αποτέλεσμα, σχεδόν 40 ετών ήττας, τόσο της λεγόμενης «υψηλής τέχνης», όσο και της αριστερής «τέχνης για το λαό, για τις μάζες» από την υποκουλτούρα και τη μαζική κουλτούρα του καταναλωτικού μοντέλου ζωής.

Αυτή η ήττα οφείλεται κατά τη γνώμη μου στα παρακάτω αίτια:

Στην «αποπολιτικοποίηση» της Τέχνης. Απορρίψαμε και λοιδορήσαμε τον ριζοσπαστικό αισθητικό πολιτικό λόγο. Ο πεζογράφος Κωστής Γκιμοσούλης, σχολιάζοντας την περίοδο του μεσοπολέμου γράφει: «Φαντάσου σ’ όλον τον πλανήτη ανθρώπους να σπρώχνουν τη ρόδα να γυρίσει. Στην πολιτική, στις τέχνες, στην επιστήμη.. Ο Τζάρα βγάζει μανιφέστα για το μέλλον. Ο Μπρετόν βρίσκεται σε μαγνητικά πεδία. Ο Λόρκα και ο Μπρεχτ πρέπει να είναι συνομήλικοι, εκεί γύρω στα 32 ο Γιούνγκ σκαλίζει το ασυνείδητο. Ο Φρόιντ καπνίζει χοντρά πούρα και κάνει το πειραματόζωο στον εαυτό του… Νέοι ζωγράφοι παίρνουν πέτρες και σπάνε τη βιτρίνα του μουσαμά…».

Η κατ’ εξοχήν πολιτική διάσταση της τέχνης, η αισθητική ,στενά συνδεδεμένη με το πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών ιδεών, ο συνδυασμός φαντασίας και πολιτικής φιλοσοφίας, που τόσο διεξοδικά εξετάστηκαν και προτάθηκαν στο έργο του Μαρκούζε ή του Καστοριάδη, εξοβελίστηκαν από τις σύγχρονες συζητήσεις κι αναζητήσεις.

Ελιτίστες,…μεταμοντερνιστές και…«πρωτοπόροι» που έζησαν- ως πρόσφατα ζουν- στη γυάλα της ευμάρειας, της εύνοιας μεγαλοαστών εφοπλιστικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, της κρατικής επιχορήγησης, των παχυλών, εξωφρενικά υψηλών αμοιβών που κοστολογούσαν τα έργα τους σε ένα υπερτιμημένο χρηματιστήριο τέχνης, μια «φούσκα», δηλαδή, επαναπαύθηκαν σε μανιέρες και απορροφήθηκαν από το mainstream. Ο ριζοσπαστισμός ξεδοντιάστηκε, η κορύφωση του στοχασμού πάνω στη τέχνη μετατράπηκε σε ένα ζελέ …ακαδημαϊκών διαφωνιών σαλονιού.

Στο ότι τα όρια της Τέχνης υποβιβάστηκαν από την αυταπάρνηση έως και αυτοθυσία στα όρια του ….οικονομικού τιμήματος και του βολέματος. Ποιος τολμά να αρθρώσει λόγια σαν κι αυτά που τόσο βαθιά φλογισμένα πίστευε και διατράνωνε ο Μαγιακόφσκι;

 

«Πάνω σε κάθε μια σταλαματιά του νέφους των δακρύων

Έχω σταυρωθεί.

Εγώ για σας

Θα ξεριζώσω την καρδιά μου

Θα την ποδοπατήσω

Κι έτσι μεγαλωμένη

Και καταματωμένη

Θα σας τη δώσω για σημαία»

(πάλι από «Σύγνεφο με παντελόνια»)

Η φράση του Αντονέν Αρτό «σκληρός στον εαυτό μου»- σχεδόν στο ευαγγέλιο του Γκροτόφσκι για τη δουλειά του ηθοποιού και κατ’ επέκταση κάθε καλλιτέχνη- χάθηκε κάτω από τη χρυσόσκονη με την οποία επί χρόνια το σύστημα καλύπτει την καλπάζουσα απανθρωποποίηση της ζωής μας.

Μας έλειψε ο «εξωτερικός» πόνος, καθώς το βιοτικό επίπεδο συνεχώς ανέβαινε, εγκαταλείψαμε όμως και τον «εσωτερικό» βασανισμό απέναντι στα μεγάλα αγωνιώδη υπαρξιακά ερωτήματα για τη θέση μας στον κόσμο.

Στο ότι δημιουργήθηκε, σ’ αυτά τα χρόνια, μια εφιαλτική για το μέλλον της επικοινωνίας μας «Νεογλώσσα», κυρίως λόγω χρήσης pc και κινητών που υπονομεύει την ευκολία προσέγγισης και ανάγνωσης των Έργων Τέχνης ποίησης και πεζογραφίας από τους νέους. Είναι (ας θυμηθούμε και Όργουελ, «1984») «…η γλώσσα με στοιχειώδη σύνταξη και περιορισμένο λεξιλόγιο που δεν χρησιμεύει τόσο στη μετάδοση κάποιων νοημάτων, όσο στο να εμποδίζει τη μετάδοση κάποιων άλλων. Και εμποδίζοντας την έκφρασή τους, εμποδίζει και την σκέψη τους». (Ου. Έκο, «Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις», εκδ. Παρατηρητής 1993).

Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι η Τέχνη, σ’ αυτά τα 40(!!!)τελευταία και όχι… 4!χρόνια της κρίσης, χάνει σταθερά και σταδιακά τα διαχρονικά αρχέγονα στοιχεία της- ιερότητα, οικουμενικότητα, υπερβατικότητα- που υποκαθίστανται από εγκοσμιότητα, λαϊκισμό, εμπορευματοποίηση, εφήμερη διασημότητα.

Και ως να φανούν τα καινούργια… «Τώρα που νύχτωσε» για τα καλά, τα νέα παιδιά ας ξεκινούν απ’ τον στίχο του ποιητή για να φτιάξουν το στερέωμα:

«Θα ‘θελα να φτιάξω έναν ουρανό

να ‘χω τώρα που νύχτωσε ένα στερέωμα να κοιτάζω

θα το ‘καμνα μεγάλο, γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα

θα του ‘βαζα αντίς από ‘να, δυό φεγγάρια ανόμοια

το ‘να μικρό σαν παιδί, τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο».

(Ο. Ελύτη, «Εν Λευκώ» εκδ. Ίκαρος 1992)

γράφει: ο Γιάννης Τσολακίδης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*