ΟΤΑΡ ΙΟΣΕΛΙΑΝΙ

31prosopo01-1

31prosopo02

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η χειρότερη πορνεία είναι η ιδεολογική»

Ο Οτάρ Ιοσελιάνι είναι από τους σημαντικότερους ευρωπαίους κινηματογραφιστές. Οι ταινίες του είναι πλέον κλασσικές διότι ο Ιοσελιάνι είναι ολοκληρωμένος δημιουργός αφού πέρα από ένας έντιμος και οξυδερκής στοχαστής του καιρού μας είναι και επιδέξιος στις φιλμικές φορμαλιστικές αναζητήσεις. Γεννήθηκε το 1934 την Τιφλίδα της Γεωργίας, σπούδασε μουσική και μαθηματικά αλλά γρήγορα στράφηκε στον κινηματογράφο. Οι πρώτες ασπρόμαυρες ταινίες του με κορυφαίο το “Παστοράλε” το 1980 τον έκαναν διάσημο σε όλο τον κόσμο. Όμως το «κομμουνιστικό» καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης δεν μπορούσε να αποδεχτεί την ελεύθερη έκφραση που αναζητούσε ούτε την κριτική που ασκούσε. Έτσι ο Ιοσελιάνι, σχεδόν μαζί με τον Ταρκόφσκι, «αυτοεξορίζονται» στη Δύση στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο Ιοσελιάνι εγκαθίσταται στη Γαλλία όπου συνεχίζει να δημιουργεί, ασκώντας τώρα την καυστική κριτική και ειρωνεία του στο καπιταλιστικό μοντέλο ζωής και στους αστούς. Στην Ελλάδα ήρθε να παρουσιάσει την νέα του ταινία που προβλήθηκε στα πλαίσια του “23ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου”. Το “Chantrapas” όπως ονομάζεται η ταινία του Ιοσελιάνι, έχει σαν θέμα την διαδρομή ενός νεαρού σκηνοθέτη, το πνευματικό παιδί του οποίου πέφτει θύμα της λογοκρισίας του «κομουνιστικού» καθεστώτος στη Γεωργία. Τελικά, αποφασίζει να αναζητήσει διέξοδο έκφρασης στον δυτικό καλλιτεχνικό Παρισινό «παράδεισο». Εκεί, όμως, θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα άλλο είδος λογοκρισίας. Αυτής που «κόβει» τις καλλιτεχνικές σκηνές για να μην «ενοχλείται» το κοινό. Είναι η οικονομική λογοκρισία των παραγωγών του κινηματογράφου αλλά και του «κοινού», που κηδεμονεύουν τις ταινίες και παραγκωνίζουν το δημιουργό τους. Τα γεγονότα της ταινίας μοιάζουν με τις περιπέτειες της ζωής του ίδιου του Ιοσελιάνι. Συναντήσαμε τον μεγάλο Γεωργιανό σκηνοθέτη στον “ΙΑΝΟ” της Αθήνας όπου είχαμε μια μεγάλη κουβέντα μαζί του. Ευχαριστούμε τον κριτικό Νίνο Φενέκ-Μικελίδη που μεσολάβησε για την συνέντευξη.

Κύριε Ιοσελιάνι είναι αυτοβιογραφική η νέα ταινία σας;
Σήμερα αν κάνει κάποιος μια ταινία με θέμα τον ίδιο τον κινηματογράφο χαρακτηρίζεται σαν ταινία αυτοβιογραφική. Ήθελα να κάνω μία ταινία για έναν μουσικό ή για έναν ποιητή ή για ένα συγγραφέα ή για ένα ζωγράφο. Είναι πολύ επικίνδυνο για έναν κινηματογραφιστή να κάνει μία ταινία με θέμα έναν κινηματογραφιστή. Αν ήθελα να κάνω μία ταινία με θέμα τον κινηματογράφο θα έκανα μία ταινία με θέμα τον Φριτς Λανγκ. Οι αυτοβιογραφίες είναι ένα εγχείρημα πολύ ριψοκίνδυνο διότι δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να κάνει την αυτοβιογραφία του και να μην κάνει λάθος. Ήθελα να κάνω μία ταινία για τις δύσκολες καταστάσεις και για τα εμπόδια που ένας σκηνοθέτης συναντά όταν θέλει να κάνει μία ταινία και για το πώς τα ξεπερνά.
Υπήρξε μια περίοδος στην Αμερική όπου υπήρχε το κυνήγι των μαγισσών και όπου πολλοί κινηματογραφιστές κατέδιδαν ο ένας τον άλλον. Αυτό ήτανε πολύ χειρότερο από την λογοκρισία. Είναι γνωστή η κατάσταση του κινηματογράφου στην περίοδο των Ναζί στη Γερμανία όπου ο Φριτς Λανγκ έφυγε σε μια νύχτα, ο Όρσον Γουέλς που έφυγε από την Αμερική για να δουλέψει στην Ευρώπη κλπ. Το ίδιο έκανε και ο Αντρέι Ταρκόφσκι που έφυγε από την Σοβιετική Ένωση. Σε κάθε κουλτούρα υπάρχει μία γλώσσα και υπάρχουν δύο δυνατότητες για να κατακτήσει κανείς αυτή τη γλώσσα: να μιλάει διαφορετικές γλώσσες ή να κατέχει τους διαφορετικούς τρόπους της γραφής. Διότι η γλώσσα των αιγυπτιακών ιδεογραμμάτων είναι μία άλλη γλώσσα. Η ανάγνωση μιας μουσικής παρτιτούρας είναι η ανάγνωση μιας διαφορετικής γλώσσας. Η ανάγνωση των μαθηματικών είναι κι αυτό μια γλώσσα. Στην Ελλάδα σήμερα όλοι μιλάνε αγγλικά, αλλά αμφιβάλω αν στην Ελλάδα διαβάζετε Γουόλτ Γουίτμαν ή τα σονέτα του Σέξπιρ στο πρωτότυπο. Αν διαβάζετε τον Τζέιμς Τζόις στο πρωτότυπο, συγχαρητήρια κατέχεται την αγγλική γλώσσα. Αν ξέρετε να λέτε μόνο «ευχαριστώ» και «παρακαλώ» σε μια ξένη γλώσσα δεν σημαίνει ότι την κατέχεται.

Πως βλέπετε τον κινηματογράφο σήμερα;
Οι σκηνοθέτες είναι άνθρωποι μάλλον ευτυχισμένοι διότι το φιλμ έχει κι αυτό μία γλώσσα, μία σύνταξη και μία γραμματική. Αν κάνουμε αληθινό κινηματογράφο δεν χρειαζόμαστε μεταφραστές, υποτίτλους. Από την στιγμή που είναι αναγκαίος ο μεταφραστής αυτό σημαίνει ότι αυτό που δημιουργήσαμε δεν είναι ικανό να επικοινωνήσει με το κοινό και να το καταλάβει. Το μόνο πράγμα που απαγορεύεται στον κινηματογράφο είναι οι πολλοί διάλογοι. Η σκηνοθεσία, η κίνηση της κάμερας και η κίνηση των ηθοποιών μπροστά στην κάμερα είναι πολύ πιο πλούσια από τους διαλόγους. Το πρώτο θανάσιμο χτύπημα που έχει υποστεί ο κινηματογράφος ήταν η εμφάνιση του ήχου. Διότι οι ταινίες έγιναν φλύαρες. Αν κάποιος γνωρίζει τη γλώσσα μπορεί να κλείσει τα μάτια και να καταλάβει τα πάντα. Αν όμως κάποιος δεν γνωρίζει τη γλώσσα, ακόμα και με ανοικτά μάτια δεν καταλαβαίνει τίποτα. Έτσι ο κινηματογράφος έγινε φλύαρος. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται συχνά από τον κινηματογράφο σήμερα είναι το σαν-κοντρ-σαν, δείχνουμε δηλαδή το πρόσωπο ενός χαρακτήρα που μιλάει και την πλάτη αυτού που ακούει, και στη συνέχεια γίνεται η αντίστροφη κίνηση. Και δεν είναι μόνο αυτό αλλά η επανάληψη του ίδιου κάδρου σε μία σκηνή είναι κακόγουστη. Έτσι περνάει ο χρόνος, ακούμε το μπλα μπλά των ηθοποιών και τίποτα δεν κινείται. Ο κινηματογράφος έχει την ευτυχία της κίνησης, τη χαρά των βλεμμάτων και των διαφόρων χειρονομιών, των προσώπων. Αν ακολουθήσουμε τους κανόνες της κινηματογραφικής γλώσσας, το επάγγελμά μας είναι πολύ διασκεδαστικό και μπορεί να μας παθιάσει πάρα πολύ. Υπάρχει ένας πολύ απλός υπολογισμός, αν σε ένα φιλμ υπάρχουν πάνω από 1.500 πλάνα τότε αυτό δεν είναι ταινία. Ένα άλλο θέμα είναι η μουσική. Όταν ένας σκηνοθέτης χρησιμοποιεί πάρα πολύ μουσική σημαίνει ότι έχει αδυναμία στο να χρησιμοποιήσει την κινηματογραφική γλώσσα. Στα αμερικάνικα σίριαλ η μουσική χρησιμοποιείται με τα χιλιόμετρα. Ξεκινάει από την αρχή και σταματάει μόνο όταν τελειώσει και η σειρά. Άμα υπάρχει κίνδυνος η μουσική μας διασκεδάζει. Όταν υπάρχει μια λυρική σκηνή η μουσική υπογραμμίζει το λυρισμό της. Από τη μουσική ξέρουμε όταν μια ταινία θα έχει χάπι-εντ κι ότι όλα θα τελειώσουνε μια χαρά και δεν υπάρχει μία ταινία που να έχει άσχημο τέλος. Για μένα η μουσική είναι ένα κομμάτι του ήχου ίσης δύναμης με τον θόρυβο. Ξέρουμε από πού προκύπτει και γιατί υπάρχει. Είτε παίζει ένα γραμμόφωνο, είτε παίζει ένας πιανίστας για να χορεύουν οι υπόλοιποι, ή είναι ένα ακορντεόν στο δρόμο, είτε είναι άνθρωποι που εξασκούνται στο σπίτι τους, αυτό είναι μία αντίστιξη όπως ο θόρυβος, όπως ο αέρας ή όπως ήχος του κεραυνού. Αυτό δημιουργεί ένα ηχητικό φόντο που πολλές φορές έρχεται σε αντιπαράθεση με την εικόνα. Γι’ αυτό πρέπει να δίνουμε μεγάλη σημασία στον ήχο. Αν τον χρησιμοποιήσουμε προσεκτικά αποτελεί το ένα τέταρτο της κινηματογραφικής γλώσσας.
Ο δρόμος της δραματουργίας στον κινηματογράφο βασίζεται στην ελληνική μυθολογία. Αυτή η μυθολογία είναι αγαπημένη. Υπάρχει πάντα ένας μοναχικός Προμηθέας που φέρνει την ευτυχία στην ανθρωπότητα, υπάρχει ο ήρωας, υπάρχει πάντα ένας Αχιλλέας που όταν τον βουτήξανε αφήσανε την φτέρνα του απ’ έξω, υπάρχει όμως πάντα κι ένας Οδυσσέας που περνάει όλα τα εμπόδια και καταλήγει πάντα νικητής. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτό. Όμως οι έμποροι έχουν αντιγράψει αυτή την θεματολογία. Στον αμερικάνικο κινηματογράφο υπάρχει μόνο ένας ήρωας, ένας κάου-μπόι, που μόνος του παλεύει με το κακό. Καμιά φορά όταν θέλω να ξεκουραστώ, βλέπω στην τηλεόραση ταινίες με τον Τζέιμς Μποντ και ανακαλύπτω όταν η ταινία έχει φτάσει στη μέση της ότι την έχω ξαναδεί. Στην αρχή νομίζω ότι βλέπω μια άλλη ταινία και μετά πάντα υπάρχει αίσιο τέλος. Αυτή η μέθοδος είναι πολύ επικίνδυνη αλλά αποφέρει μεγάλο κέρδος. Δεν υπάρχει ελπίδα να αρχίσουν πάλι να μεταδίδονται στις μεγάλες αίθουσες τα αριστουργήματα του κινηματογράφου. Κάτι άλλο που γίνεται και έχει ενδιαφέρον στον κινηματογράφο είναι ότι γίνονται διάφορες βιογραφίες. Άλλες ταινίες είναι καλές, άλλες είναι μέτριες αλλά γίνονται γενικά βιογραφίες. Επίσης γίνονται προσαρμογές μεγάλων μυθιστορημάτων. Σε ειδικό επίπεδο τη βιογραφία κάποιου δεν πρέπει να την αγγίζουμε διότι δεν γνωρίζουμε οριστικά την ζωή του. Ο καθένας μας όταν πεθάνει ενταφιάζεται με το μυστικό της ζωής του. Είναι ανήθικο να κάνουμε την βιογραφία κάποιου και να του προσάπτουμε αυτό που θεωρούμε ότι έκανε στη ζωή του. Εξ ίσου τελείως ανήθικο είναι η προσαρμογή ενός μυθιστορήματος στον κινηματογράφο. Αυτό δείχνει ότι ο κινηματογραφιστής που θέλει να προσαρμόσει ένα μυθιστόρημα έχει αδυναμία στη σκέψη. Αν το κείμενο είναι καλό δεν πρέπει να το πειράξει κάποιος καθόλου, αν το βιβλίο είναι κακό τότε είναι σα να λέει ότι και κείνος μπορεί να γράψει κάτι.

Αφού λέτε ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε τα κείμενα των άλλων, τότε πως γίνεται ο σκηνοθέτης να συνεργάζεται με έναν σεναριογράφο;
Οι σεναριογράφοι είναι πάντα πολύ δυσαρεστημένοι από τους σκηνοθέτες που έχουνε πάρει το σενάριό τους και του έχουνε αλλάξει τα φώτα. Γι’ αυτό και ο Ρενέ Κλέρ στους τίτλους των ταινιών του έγραφε «μια ταινία γραμμένη και σκηνοθετημένη από τον Ρενέ Κλέρ». Ο Τατί δεν είχε σεναριογράφο, συνεργάζονταν με διάφορους συγγραφείς. Είναι συνεργασίες που δεν μπορούν να διαχωριστούν. Εμείς οι σκηνοθέτες καμιά φορά έχουμε μια ιδέα αλλά δεν έχουμε την ενέργεια να κάτσουμε να γράψουμε. Έτσι πολλοί από τους συναδέλφους μου συνεργάζονται με κάποιον συγγραφέα και τους υπαγορεύουν αυτό που θέλουν να δημιουργήσουν. Κι έτσι γεννιέται μια συνεργασία. Είναι πολύ επικίνδυνο όταν παίρνει κάποιος ένα σενάριο έτοιμο. Ο σεναριογράφος θα είναι πάντα πολύ δυσαρεστημένος. Δεν υπάρχει σεναριογράφος που θα πει ότι έγραψα ένα κακό σενάριο αλλά βγήκε μια πάρα πολύ καλή ταινία. Ο Αλέξανδρος Δουμάς είναι ο πιο συμπαθητικός από τους Γάλους συγγραφείς, οχτώ φορές έχει γίνει ταινία οι “Τρεις σωματοφύλακες”, δώδεκα φορές ο “Κόμης Μοντεκρίστο” αλλά εμείς οι θεατές λέμε όχι, δεν ήταν έτσι ο Ντ’ Αρτανιάν. Παρ’ όλα αυτά βλέπουμε αυτές τις ταινίες όπως πάμε σε ένα εστιατόριο και τρώμε μια μακαρονάδα.

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο δημιουργό, να κυνηγάει το όνειρό του με κάθε τίμημα ή να βάζει και λίγο νερό στο κρασί του;
Αυτά είναι δύο θέματα, αν πρέπει να ακολουθούμε το όνειρό μας χωρίς να απογοητευόμαστε από την κατάσταση στη πόλη που ζούμε. Συμβουλεύω τους νέους το εξής: να πράττεται έτσι σα να είναι η τελευταία ημέρα της ζωής σας, σα να πρόκειται την επόμενη ημέρα να πάθετε κάτι. Κάθε βήμα της ζωής σας δηλαδή να το κάνετε σα να είναι το τελευταίο.

Διότι δεν γνωρίζουμε τι θα συμβεί σε πέντε λεπτά ή σε ένα χρόνο. Όταν λέω κάθε βήμα αυτό θα μπορούσε να είναι ή ολόκληρη η ταινία, είτε ένα κεφάλαιο της ταινίας, είτε η συγγραφή της ταινίας, τα σχέδια, το κάστινγκ, τα γυρίσματα, το μοντάζ, ο ήχος, όλα πρέπει να γίνονται σαν να είναι η τελευταία πράξη της ζωής σας. Αυτό όσον αφορά το επάγγελμα του κινηματογραφιστή. Γι’ αυτό και έκανα μία ταινία με ήρωα κάποιον Νίκο που ήταν πεισματάρης. Υπάρχουνε δύο τρόποι, ή είστε και σεις πεισματάρηδες και έντιμοι ή συμβιβάζεστε στη σκέψη «εντάξει, τώρα θα κάνω έναν συμβιβασμό αλλά μετά δεν θα κάνω άλλον». Αλλά μετά δεν θα το καταφέρεται αυτό. Μόλις κάνετε τον πρώτο σας συμβιβασμό, η υπόθεση είναι τελειωμένη.

Η δυστυχία της κοινωνίας μας είναι ότι ο καθένας από μας δεν περιτριγυρίζεται από τους φίλους του και τους χωριανούς του. Ο καθένας από μας μένει μόνος με την συνείδησή του. Έτσι η ηθική της εκκλησίας είναι ο απολυταρχισμός που αναγκάζει τους ανθρώπους να μην κάνουν άσχημα πράγματα. Η εξομολόγηση δεν αλλάζει τίποτα, όλοι οι κακοποιοί πηγαίνουν στην εκκλησία καθημερινά, η εκκλησία προσποιείται ότι όλα είναι μια χαρά ενώ πηγαίνουν απ’ το κακό στο χειρότερο και πλέον ανακαλύψαμε ότι πάρα πολλοί πάπες είναι παιδόφιλοι! Γι’ αυτό προσωπικά δεν πιστεύω στην δύναμη της εκκλησίας. Μπορούμε να πιστεύουμε αλλά ο θεσμός της εκκλησίας δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Διαβάστε το Ευαγγέλιο του Λουκά, εκεί είναι γραμμένο ότι εάν θέλετε να προσευχηθείτε να μην το κάνετε ποτέ όταν σας κοιτούν άλλοι. Να πάτε στο σπίτι σας, να κλείσετε την πόρτα κι αν κάνετε μια σκέψη αυτή η σκέψη θα εισακουστεί κι αν δεν έχετε τι να πείτε να πείτε μόνο το «Πάτερ ημών». Άμα κάνετε κάτι κακό θα έχετε τους φίλους σας οι οποίοι θα ξινίσουν τα μούτρα τους οπότε να προσέχετε. Μπορεί να κάνετε μια κακή ταινία αλλά άμα οι προθέσεις σας ήτανε ειλικρινείς θα σας συγχωρήσουν. Δεν θα σας συγχωρήσουν όμως αν κάνετε κάτι αποτρόπαιο επίτηδες. Όταν λέω επίτηδες εννοώ για να κερδίσετε χρήματα. Η χειρότερη πορνεία είναι η ιδεολογική πορνεία.

η συνέντευξη δόθηκε στον Μπάμπη Παπαχαραλαμπους – Φαεινό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*