Tο ελληνικό σινεμά στα χρόνια του μνημονίου

kinfos-33-01

Ελληνικός κινηματογράφος στα χρόνια του μνημονίου.

52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου και ελληνικές ταινίες. Ό,τι είναι εθνικό είναι και ηθικό, ό,τι είναι ηθικό σαφώς και αποτελεί αισθητικό γεγονός.

2011, η χρονιά της μεγάλης απελπισίας, του κορυφαίου αποχαιρετισμού, κάτι σαν φιλμ –νουάρ, θα πρότεινα. Πιο κοντά στο big sleep, σε μια γκρίζα περιοχή, όπου τα πάντα έχουν σκοτεινιάσει. Καπνός σκιάζει τα μάτια σου (smoke gets in your eyes), λοιπόν, και η συλλογική απελπισία ξεπέρασε κάθε δεδομένη κατάσταση. Η απουσία της ελπιδοφόρας αναμονής, το μη αναμενόμενο χτύπημα, η συνεχής εκκρεμότητα προκαλούν τον κλασικό κόμπο στο στομάχι. Ζωή χωρίς αύριο μπλεγμένη, λερωμένη.

Όλα αυτά θυμίζουν πολύ σενάρια σινεμά και προσωπικά είχα την απαίτηση να τα δω, να τα παρακολουθήσω καταγεγραμμένα στο φιλμικό σώμα. Υπήρξαν αντάξιοι Έλληνες σκηνοθέτες, οι δικοί μας άνθρωποι στην καταγραφή αυτού του πρωτοφανούς μετεωρισμού. Για μένα δεν έχει και τόση σημασία να γυρίσεις ένα κοινωνικό φιλμ όσο να εγγράψεις τους κατάλληλους και ενδεδειγμένους ρυθμούς στο εσωτερικό του. Δηλαδή, το σινεμά είναι η τέχνη όχι τόσο των ιστοριών, αλλά των ρυθμών.

Ποια και πόσα ελληνικά φιλμ έπαιξαν μ’ αυτή την εκκρεμότητα, το μετεωρισμό, το τέλος εποχής; Κι αυτό ακριβώς είναι που παρατηρείται και διαυγάζει. Όλοι μας νιώθουμε ένα τέλος εποχής, αλλά ποιο είναι άραγε αυτό; Οι πολιτικάντηδες και πολιτικολογούντες την καταγράφουν ως το τέλος της μεταπολίτευσης. Εφαρμόζουν μια ταξινομητική και δασκαλίστικη αντιμετώπιση των δεδομένων.

Θα μπορούσα να αντιπροτείνω πως η μεταπολίτευση καταγράφηκε πολλές φορές (και το ‘81 και το ‘89 και το ‘93 και το 2004), τοποθετώντας χρονολογίες οριακές. Οι ομιλούντες για μεταπολίτευση, αν γνώριζαν στοιχειωδώς σινεμά, θα κατέγραφαν το τέλος του παιγνιδιού διά του τίτλου της κλασικής ρενουαρικής ταινίας «Ο κανόνας του παιγνιδιού». Κι αν αυτό δηλώνεται ως καρτέλα των ηλεκτρονικών παιγνιδιών game over, πρέπει οπωσδήποτε να διαπραγματευθούμε τι τελειώνει, πώς τελειώνει, γιατί τελειώνει και ιδίως γιατί ήταν παιγνίδι. Ένα έξυπνο άρθρο του κ. Ράμφου «Η ηδονή της διαφθοράς» μας δίνει την ευκαιρία να το διατυπώσουμε ως τίτλο. Το παιγνίδι για μένα τελείωσε, γιατί από τη διαφθορά δεν μπορεί πλέον να αποσπαστεί ηδονή.

Η ηδονή είναι και μια υπεραξία, μια διαδικασία απόσπασης και διαχείρισης ανταλλαγής. Η διαφθορά απαιτεί να έχει έδαφος για να παραχθεί. Το είμαι διεφθαρμένος ως φράση από μόνη της δεν ορίζει τίποτα, είναι απλά πομφόλυξ. Το είμαι διεφθαρμένος, επειδή είμαι διεφθαρμένος είναι μια ταυτολογία που δεν σημαίνει τίποτα. Αντίθετα, το είμαι διεφθαρμένος γιατί εκμεταλλεύομαι τον τάδε ή τον άλλο αποδίδει την αξία χρήσης ή την ηδονή της απόσπασής της. Αχ, είμαι διεφθαρμένος, παίρνω μίζες, νιώθω τη χαρά της συσσώρευσης, αλλά για να μετασχηματισθεί η τελευταία σε ηδονή απαιτείται μια ικανή και αναγκαία συνθήκη: Να αποδεσμευτούν δηλαδή ισχυρά κύματα εξουσίας μέσω των οποίων να έχω ξεκάθαρα ηδονικά αποτελέσματα. Ο έλεγχος του μυαλού και του σώματος του άλλου παράγει ηδονή και σαδιστικές εκφράσεις της λίμπιντο. Αν ο διεφθαρμένος αξιοποιούσε τη γνωστή ρήση του Μάο (να μαραίνουμε την εξουσία μας), αυτόματα θα κατέληγε σε κατάθλιψη, μια και έμμεσα μεν, σαφέστατα δε θα καταλάβαινε, θα ένιωθε το α- νόητο των πράξεων και της διανομής της εξουσίας.

Όλα αυτά ως μεγάλη εισαγωγή για να καταθέσω σε σας τους αναγνώστες τι περίμενα από τις 30 περίπου φετινές ελληνικές ταινίες τις οποίες είδα όλες. Πάρα πολλές είναι υψηλού επιπέδου, μερικές ψυχαγωγικές, γενικά το 2011 είναι μια σπουδαία χρονιά για την εθνική κινηματογραφία.

Πρωταρχικά, λοιπόν, είναι ελπιδοφόρο σε μια περίοδο τρομερής κρίσης να έχουμε μια τόσο ανεβασμένη χρονιά. Αν με ρωτάτε τώρα πόσα και ποια φιλμ απέδωσαν αυτό το μηχανισμό της διαφθοράς και της ηδονής του, την κακοτυχία της εξουσίας, τότε τα πράγματα εμφανίζουν πρόβλημα. Η σύγκριση με άλλες δύο κινηματογραφίες είναι ξεκάθαρη. Η αμερικανική οδηγεί τα πράγματα σε μια straight αντιπαράθεση, είναι ξεκάθαρη. Το είδαμε και στο φιλμ «Οι ειδοί του Μαρτίου». Αντίθετα, η γαλλική σχολή κάνει πλαγιομετωπικές διεισδύσεις. Ας πούμε, ο «Κατακτητής» διαθέτει στη φόρμα του και τη διπλή οπτική του νουάρ και του γουέστερν.

Όσο για τους Έλληνες κινηματογραφιστές, δεν έχω ανακαλύψει ακόμα την πειστική φόρμα που θα συνομιλούσε οπτικά μαζί μας. Από μια άποψη αυτό είναι ευχάριστο, μια και δημιουργεί πολυφωνία αφηγηματικής προσέγγισης. Από την άλλη μεριά δεν «κατεβαίνει» μια γρανιτώδης άποψη. Όπως ήδη έγραψα, παρακολουθώντας το σύνολο των ελληνικών ταινιών, διαπίστωσα πολύ καλά στοιχεία. Είδα σπονδυλωτές, μεταφυσικές, κοινωνικές δημιουργίες, αντικομφορμιστικές, χιουμοριστικές, επιστημονικής φαντασίας, εγκεφαλικές, νεονουάρ. Είδα φυσικά και τα δύο φιλμ που διαγωνίστηκαν στο διεθνές.

Να δούμε, λοιπόν, όλοι μαζί τις κοινωνικές αντανακλάσεις των φιλμ. Πολύ καλή δημιουργία η σπονδυλωτή «Πόλη των παιδιών». Η κινηματογραφία μας απλώνεται σ’ αυτό το νέο είδος και το χαρτογραφεί με μια άψογη ωρολογιακή αφήγηση. Όλα ως ελατήρια, όλα συνάρτηση, όλα μαθηματικά δομημένα, όλα διαλεκτικά οικοδομημένα.

Ίσως το περιστατικό να είναι, ας πούμε, γνωστό, αλλά αξία έχει η πειστικότητα και ο τρόπος που εμπλέκεται το μοιραίο, η σύμπτωση και το συμβάν, το αποδομητικό, τα ανατρεπτικό.

Να το θέσω απλά: Μια κοινωνία (η σύγχρονη, η μνημονιακή) σιγοβράζει και ετοιμάζεται η έκρηξη, η απορρύθμιση, η μεγάλη καραμπόλα. Είναι ενδιαφέρον πως κοινός τόπος το παιδί: Το μόλις γεννηθέν, το κυοφορούμενο, το επιθυμητό, το προς αποφυγή, το προς αποβολή.

Κατά τα άλλα, κοινωνική στάση θα συναντήσουμε και στις «Τρεις μέρες ευτυχίας», στον «Παράδεισο» και σε πολλά άλλα φιλμ. Κάποια τα είδαμε τη σεζόν που πέρασε, ορισμένα είναι νέα. Φτιαγμένα με μεράκι, άποψη καταγράφουν μια καθόλου φωτογενή ελληνική πραγματικότητα.

Το «Wasted youth» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά και τα «Κωλόπαιδα» δείχνουν τόσο εύγλωττα πόσο απλά, α- νόητα και επικίνδυνα μπορεί να διαλυθεί ένα νεανικό όνειρο από το πιστόλι της εξουσίας.

Δεν θέλω να σταθώ σε τίτλους και σε σκηνοθέτες, επιθυμώ ιδίως να δείξω τι υπέροχο, καινούριο μας φέρνει το ελληνικό σινεμά του 2011, αλλά και τι του λείπει. Όσο για τα βραβεία, θα φθάσουν κι αυτά. Ήδη βραβευμένες δημιουργίες είναι ο «Άδικος κόσμος», οι «Άλπεις», το «DOS». Για βραβεία πάνε «Η πόλη των παιδιών», «Ο παράδεισος», το «J.A.C.E.», οι «Τρεις μέρες ευτυχίας» η υπέροχη δημιουργία της Ελισάβετ Χρονοπούλου «Ο Αννίβας προ των πυλών».

Αυτή η ταινία πλησιάζει την άποψή μου τι ακριβώς σημαίνει παιγνίδι και game over για την Ελλάδα. Η ηρωίδα της ταινίας της κυρίας Χρονοπούλου εκπροσωπεί το στρεβλό (νέο) ελληνικό όνειρο, φτιαγμένο και δομημένο καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του αμερικανικού. Κι αν οι Αμερικανοί έχουν ένα σταθερό καπιταλισμό που τον στηρίζουν και στηρίζει τους πολίτες, στην Ελλάδα τι έχουμε; Το ψωριάρικο άλογο που λέγεται φούσκα, δανεισμός, υπεροψία και δήθεν.

Η εθνική κινηματογραφία κοιτάζει με αξιοπρέπεια τον χαίνοντα γκρεμό μπροστά μας, ενώ (εμείς) οι πολίτες αδυνατούν, αδυνατούμε να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη. Πέρα από το κραχ, πριν από το κραχ υπήρχε η βρώμικη, νεκρή (για να θυμηθούμε τον Μπουνιουέλ), ανίερη, αδικαίωτη επιθυμία.

Όταν, λοιπόν, επιθυμείς το ανοίκειο, εισπράττεις το ανέντιμο. Η τρομερή ισοπέδωση του τώρα είναι η ανέντιμη (οφσάιντ) ισοφάριση σ’ ένα ανύπαρκτο γκολ της ελληνικής κοινωνίας. Μία σου και μία μου και μία σ’ ένα στημένο παιγνίδι, που ο μόνος καρπός που απέφερε ήταν η πληθωρική και αξιόλογη παραγωγή των φετινών ελληνικών ταινιών.

γράφει: ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου – κριτικός κινηματογράφου, δημοσιογράφος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*