40sxoliasm

Ομιλία 28ης Οκτωβρίου

Επιστρέφοντας μετά απο πολύ καιρό στην πόλη που με διαμόρφωσε και κουβαλώντας ενα μεγάλο φορτίο κούρασης και νοσταλγίας είχα την τύχη να συναντήσω μια απροσδόκητη γυναικεία φιγούρα με αντίστοιχους προβληματισμούς αλλά με διαφορετικό και σπινθηροβόλο βλέμμα. Την Μαρία Καρατζά που ζεί και εργάζεται στο νησί Αλόννησος και ακόμη επιμένει στο τίμημα της διαφορετικότητας. Αποφάσισα στην ενότητα που αφορά επικαιρότητα στην ιστοσελίδα μας να παραχωρήσω την θέση μου στον λόγο που εκφώνησε την 28η Οκτωβρίου στην εκκλησία του νησιού.
Ο λόγος;; Πολύ απλά δεν είχα να πώ τίποτα πιό όμορφο και πιό σπουδαίο…
Την ευχαριστώ που μου το επέτρεψε και το αφήνω στην κρίση σας με μια ευχή.
Να υπάρχουν άνθρωποι με ανάλογες σκέψεις.

Κυριακή Θεοδωρίδου

 

Ομιλία

 

Κυρίες και κύριοι, κάτοικοι της Αλοννήσου, αξιωματούχοι και μη, (λέγομαι Μαρία Καρατζά, υπηρετώ για 4η χρονιά στο Γυμνάσιο – Λύκειο Αλοννήσου ως φιλόλογος και) βρίσκομαι εδώ για να εκφωνήσω τον πανηγυρικό της ημέρας.

Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχω καθόλου αυτό που θα λέγαμε «πανηγυρική διάθεση». Δε μου το επιτρέπουν, άλλωστε, οι περιστάσεις. Θέλω να πω, μου είναι αδύνατο να πανηγυρίσω και να γιορτάσω το «Όχι» στη σημερινή Ελλάδα των κατ’ εξακολούθηση «Ναι σε όλα», σε μια χώρα κατεχόμενη, ανελεύθερη, υποθηκευμένη, εξευτελισμένη. Το πιο σωστό λοιπόν είναι να σας πω ότι βρίσκομαι εδώ σήμερα για να σας μιλήσω μέσ’ απ’ την καρδιά μου. Θα σας εξομολογηθώ ότι στέκομαι απέναντι στη σημερινή ημέρα και σε ό,τι αυτή σηματοδοτεί, με μεγάλη αμηχανία, με θλίψη, με ενοχές και με ντροπή. Κι αυτό γιατί με στοιχειώνουν οι μορφές των αδικοσκοτωμένων και των αγωνιστών, στους οποίους σήμερα υποτίθεται ότι ήρθαμε να αποτίσουμε φόρο τιμής.

Φαντάζομαι λοιπόν τις μορφές όλων αυτών να με κυκλώνουν, χιλιάδες ά-ντρες, γυναίκες και παιδιά, μέσα σ’ ένα ποτάμι αίμα βουερό, μέσα σε χαλάσματα, σε φυλακές, κρεματόρια κι ομαδικούς τάφους, όλοι στέκονται και με κοιτούν, κι εγώ παγώνω και μου φαίνονται μεμιάς τόσο ανούσια όλα, οι λόγοι, οι παρελάσεις, τα στεφάνια, οι φανφάρες κι οι επετειακές κορώνες… Γιατί, βλέπετε, όλοι αυτοί οι ί- σκιοι με κοιτούν, όλους μας κοιτούν, και το βουβό «γιατί» που διακρίνω μέσα στο βλέμμα τους είναι χειρότερο κι από φτυσιά.

«Γιατί να σκοτωθώ;» με ρωτάει βουβά ο μαχητής του Αλβανικού Μετώπου κι εγώ δεν έχω τι να του απαντήσω, σε μια χώρα κατεχόμενη, χωρίς εθνική κυριαρχία, παραδομένη άνευ όρων από δοσίλογους στη ντροπή των μνημονίων. «Γιατί να υποφέρω;» με ρωτάει βουβά η γυναίκα της Πίνδου βουτηγμένη στο χιόνι μέχρι το στήθος στο μαρτυρικό της ανήφορο, κι εγώ δεν έχω τι να της απαντήσω σε μια χώρα που τα πάντα διαλύονται κι εμείς τα παρακολουθούμε αποχαυνωμένοι στον καναπέ μας, παραδομένοι στα σκληρά ναρκωτικά της κρατικής προπαγάνδας, των κουτσομπολιών, της τσόντας και των ποδοσφαιρικών αναμετρήσεων.

«Γιατί να πεθάνω έτσι;» με ρωτούν βουβά ζωντανοί σκελετοί παιδιών πεινασμένων ή δηλητηριασμένων μέσ’ απ’ τους ομαδικούς τους τάφους, κι εγώ δεν έχω τι να τους απαντήσω, σε μια χώρα που τα σχολειά της διαλύονται αδίστακτα και συστηματικά, που το μέλλον γενεών και γενεών είναι πια υποθηκευμένο, που τα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο πουθενά, στη μετανάστευση ή στα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα, την αγορά εργασίας των μεγάλων εταιριών. «Γιατί να μαρτυρήσω;» με ρωτούν βουβά άθλιες μορφές των στρατοπέδων συγκέντρωσης κι εγώ δεν έχω τι ν ΄ απαντήσω σε μια χώρα με δικά της στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, με παρακρατικές ομάδες που κακοποιούν και δολοφονούν ανενόχλητες μέσα στους δρόμους όποιον δεν τους μοιάζει, με την απεριόριστη ανοχή –αν όχι και με τη σύμπραξη- σύγχρονων γερμανοτσολιάδων, επιφορτισμένων με την «προστασία του πολίτη», και με εκλεγμένους – άκουσον, άκουσον, σ ΄ αυτήν εδώ τη χώρα!- εκπροσώπους της ναζιστικής φιδοφωλιάς να στρογγυλοκάθονται στα έδρανα της Βουλής!

«Γιατί να πάω σαν το σκυλί στ΄ αμπέλι;» με ρωτούν αιμόφυρτοι αγωνιστές μέσ’ απ’ τα κρατητήρια, μπροστά απ’ τα εκτελεστικά αποσπάσματα, κι εγώ δεν έχω τι να τους απαντήσω σε μια χώρα που αρχίζουμε να φοβόμαστε και τον ίσκιο μας, που ο ρουφιάνος δε χρειάζεται πια κουκούλα, που το σύνθημα είναι «ο θάνατός σου, η ζωή μου», που τα δικαιώματά μας – πολιτικά, κοινωνικά, ατομικά – χλευάζονται κάθε στιγμή, καταπατούνται σωρηδόν, καταργούνται εν ριπή οφθαλμού, εν πρώτοις από τους εκλεγμένους!!! του λαού αντιπροσώπους…

Και τελευταία απ ΄ όλες, έρχεται του παππού μου η μορφή, όπως τη θυμάμαι από παλιά, ψηλή, λεβέντικη και οστεώδης, με τον ώμο να γέρνει αριστερά, τρόπαιο της φυλακής ή της Μακρονήσου, δεν ξέρω, γιατί ποτέ δε μίλαγε γι’ αυτό, του παππού μου του πρόσφυγα, του αγρότη και δουλευτή, του στρατιώτη του Μετώπου, του αιώνιου αγωνιστή, που δεν ήταν με κανένα κόμμα, που δεν προσκύνησε ποτέ κανέναν, που 75 χρονών και με χαλασμένο νεφρό τον θυμάμαι να κάνει ακόμα απεργία πείνας έξω απ’ τα γραφεία του ΤΕΒΕ, του έντιμου κι αθόρυβου, και με κοιτά στα μάτια, έτσι όπως συνήθιζε, μισοτρυφερά – μισοκοροϊδευτικά, κι εγώ νοιώθω τελείως ανήμπορη να του εξηγήσω γιατί υπάρχουν σ ΄ αυτή τη χώρα παππούδες που ψάχνουν στα σκουπίδια, που πεθαίνουν χωρίς γιατρούς και φάρμακα, που ζουν με το φόβο του ξεσπιτώματος γιατί δεν έχουν να πληρώσουν την εφορία, που τα παιδιά τους πηδάνε απ ΄ τα παράθυρα γιατί δεν ξέρουν πια πώς να ζήσουν, που εξοντώνονται μαζικά για να επιβιώσουν οι τράπεζες, σε μια χώρα που πληρώθηκε τόσο ακριβά, τόσες φορές, με τόσο πολύ αίμα, για να ξεπουληθεί για το τίποτα, αβασάνιστα και αδιαπραγμάτευτα, σ΄ ένα συρφετό αδίστακτων τοκογλύφων…

Ο παππούς όμως νοιώθει τη ντροπή μου και δε με ρωτά τίποτα. Φεύγει σιωπηλά, κατά το συνήθειο του. Κι εγώ θα φύγω τώρα, ελπίζοντας να μη σας κούρασα. Εύχομαι, ωστόσο, μέρα που ΄ ναι, να σας στεναχώρησα λιγάκι. Γιατί το στενάχωρο και το δύσκολο δίνουν τροφή για σκέψη. Και φεύγοντας θα σας μεταφέρω τα λόγια του Μπέρτολτ Μπρεχτ, του μεγάλου Γερμανού θεατρικού συγγραφέα του προ- ηγούμενου αιώνα. Ο Μπρεχτ, λοιπόν, σχολιάζοντας τους πανηγυρισμούς για την ήττα των Ναζί και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, είπε: «Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος· η σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό». Αν λοιπόν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε τη σημερινή μέρα, ας επαγρυπνούμε κάθε μέρα και, με όποιον τρόπο μπορούμε, ας αντιστεκόμαστε.

Σας ευχαριστώ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *


*